Φαίνεται ότι ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος επιμένει να περιγράφει μια εικόνα αγοράς που απέχει αισθητά από την καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Την ώρα που κυβερνητικά στελέχη μιλούν για συγκράτηση τιμών και «ανεκτές αυξήσεις», η πραγματικότητα στα κρεοπωλεία και στα ράφια των καταστημάτων διαψεύδει τις δηλώσεις τους.
Το φετινό χριστουγεννιάτικο τραπέζι εξελίσσεται σε πολυτέλεια για πολλές οικογένειες, με το κόστος να ανεβαίνει αισθητά και τους καταναλωτές να μετρούν ευρώ–ευρώ τι θα βάλουν στο γιορτινό τους τραπέζι.
Αύξηση τιμών στα κρέατα
Οι τιμές για τα κύρια προϊόντα του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού έχουν σημειώσει αισθητή αύξηση. Το μοσχάρι εμφανίζει τη μεγαλύτερη άνοδο, με τιμές 20%-30% υψηλότερες σε σύγκριση με πέρυσι, ενώ η αύξηση στη διετία φτάνει το 55%. Αντίστοιχα, τα αμνοερίφια κοστίζουν περίπου 15% περισσότερο, και οι τιμές τους ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω λόγω των ελλείψεων που προκαλεί η νόσος της ευλογιάς των αιγοπροβάτων, καθώς και των καθυστερήσεων στη διαδικασία σφαγής, που μπορεί να φτάσουν έως εννέα ημέρες, ώστε να διαπιστωθεί η υγεία των σφαγίων.
Αντίθετα, το χοιρινό κρέας παραμένει σε τιμές παρόμοιες με πέρυσι, ενώ τα κοτόπουλα εμφανίζουν μικρές αυξήσεις 3%-4%. Τα υπόλοιπα είδη, όπως γαλοπούλες, δεν έχουν σημαντικές αλλαγές στις τιμές τους.
Συνολικά, οι καταναλωτές που θα επιλέξουν μοσχάρι ή αμνοερίφια για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι θα πληρώσουν 15%-30% περισσότερα χρήματα σε σχέση με πέρυσι, ενώ για χοιρινό ή κοτόπουλο το κόστος παραμένει σταθερό.
Χριστουγεννιάτικες εξόδους και ρεβεγιόν
Η έξοδος σε καταστήματα εστίασης θα είναι επίσης πιο δαπανηρή, με αύξηση περίπου 25% ανά άτομο σε σχέση με πέρυσι, λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας των καταστημάτων. Η συμμετοχή σε οργανωμένα ρεβεγιόν αυξάνεται κατά 7%-10%, ποσοστό μικρότερο σε σχέση με την απλή έξοδο, αλλά λόγω του ήδη υψηλού κόστους συμμετοχής, η επιβάρυνση για τον καταναλωτή παραμένει σημαντική.
Οι επιχειρήσεις εστίασης αναφέρουν ότι οι τιμές αυξάνονται για να καλυφθούν οι δαπάνες λειτουργίας, η ενέργεια και οι προμήθειες, καθώς χωρίς αυτήν την προσαρμογή, η κερδοφορία τους θα ήταν μηδενική ή αρνητική.
Σταθερές τιμές στα γλυκά, αλλά μειωμένη κατανάλωση
Οι τιμές των γλυκών στα ζαχαροπλαστεία παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες, με ελάχιστες αυξήσεις έως 4%-5%. Παρά τη σταθερότητα στις τιμές, η κατανάλωση έχει μειωθεί σημαντικά κατά 15%-20% σε σύγκριση με πέρυσι. Σε περιοχές όπου υπάρχουν μπλόκα αγροτών ή προβλήματα πρόσβασης, η μείωση φτάνει ακόμη και το 80%. Η μειωμένη κατανάλωση αποδίδεται στην οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών αλλά και στη δυσκολία πρόσβασης των καταναλωτών στα καταστήματα.
Οι επιχειρήσεις που δεν αύξησαν τις τιμές στα γλυκά επιδιώκουν να διατηρήσουν την εμπιστοσύνη των πελατών και να προσελκύσουν επισκέπτες, προσφέροντας προϊόντα υψηλής ποιότητας σε σχέση με τα σούπερ μάρκετ. Ωστόσο, η μειωμένη επισκεψιμότητα και η γενικότερη οικονομική συγκυρία έχουν περιορίσει την κατανάλωση.
Προειδοποίηση για προπαγάνδα
Καταναλωτικοί φορείς τονίζουν ότι η άνοδος των τιμών οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, όπως η έλλειψη επαρκών ελέγχων από την Πολιτεία, η περιορισμένη διαθεσιμότητα κάποιων προϊόντων και η υψηλή ζήτηση σε εορταστικές περιόδους. Επισημαίνουν ότι σε ορισμένα προϊόντα, όπως το μοσχάρι, οι αυξήσεις στη λιανική δεν δικαιολογούνται από τις χονδρικές τιμές, δημιουργώντας μια μορφή προπαγάνδας που οδηγεί σε αισχροκέρδεια. Οι καταναλωτές καλούνται να αντιδράσουν είτε ατομικά είτε συλλογικά, καθώς η αγορά επιδιώκει να παρουσιάσει την ακρίβεια ως φυσιολογική εξέλιξη.



