Η συγκυρία αυτή έχει δημιουργήσει την προσδοκία ότι οι μεταφορείς εμπορευματοκιβωτίων θα αρχίσουν σύντομα να επιστρέφουν στη θαλάσσια οδό μέσω της Διώρυγας του Σουέζ.
Παρότι η Maersk δεν έχει επιβεβαιώσει συγκεκριμένη ημερομηνία, η Αρχή της Διώρυγας υποστηρίζει πως οι διελεύσεις θα επανεκκινήσουν στις αρχές Δεκεμβρίου, ενώ μεγάλες εταιρείες όπως η ZIM και η CMA CGM δηλώνουν ότι προετοιμάζονται για μετάβαση μέσα στον ίδιο μήνα.
Η κατάσταση αυτή αφορά άμεσα περίπου το 30% του συνολικού όγκου εμπορευματοκιβωτίων διεθνώς, που πριν από δύο χρόνια εγκατέλειψαν τη συντομότερη διαδρομή μέσω Σουέζ και στράφηκαν προς τον περίπλου της Αφρικής.
Η αλλαγή είχε αυξήσει τον χρόνο ταξιδιού κατά επτά έως δέκα ημέρες στα δρομολόγια Ασίας – Ευρώπης, αλλά και σε ορισμένες συνδέσεις Ασίας – Βόρειας Αμερικής. Εάν πραγματοποιηθεί η επιστροφή στον αρχικό διάδρομο, τα πλοία θα αρχίσουν να φτάνουν νωρίτερα από το προγραμματισμένο, γεγονός που θα οδηγήσει σε προσωρινή συσσώρευση αφίξεων στα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια.
Εκεί όπου ήδη καταγράφεται υψηλό επίπεδο συμφόρησης, η αιφνίδια αύξηση της κίνησης μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις στις φορτοεκφορτώσεις και να δεσμεύσει προσωρινά χωρητικότητα, πιέζοντας προς τα πάνω τους ναύλους στις σχετικές γραμμές.
Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ορισμένα λιμάνια με μικρότερο ρυθμό διακίνησης, όπως αυτό της Βαρκελώνης, μετατράπηκαν σε ενδιάμεσους κόμβους μεταφόρτωσης. Παράλληλα, λιμάνια της Αφρικής χρησιμοποιήθηκαν ως σταθμοί ανεφοδιασμού.
Με την επιστροφή μέσω Σουέζ, αυτοί οι εναλλακτικοί κόμβοι αναμένεται να διατηρήσουν προσωρινά σημαντικό ρόλο, μέχρι οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί κόμβοι να αποσυμφορηθούν. Στη συνέχεια, οι κλήσεις προς αυτούς πιθανότατα θα μειωθούν.
Οι μεταφορείς εμφανίζονται διχασμένοι ως προς το πώς πρέπει να γίνει η μετάβαση. Υπάρχει πρόθεση να ξεκινήσει σταδιακά, με τη χρήση μικρότερων πλοίων ώστε να απορροφηθούν ομαλά οι επιπτώσεις.
Ωστόσο, αρκετές εταιρείες θεωρούν ότι οι πιέσεις από πελάτες θα επιταχύνουν τη διαδικασία, αφού οι φορτωτές θα επιδιώξουν την άμεση επαναφορά στη συντομότερη και οικονομικότερη γραμμή.
Σύμφωνα με ειδικούς, όσο πιο βίαιη η μετάβαση τόσο μεγαλύτερες οι αναταραχές, οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν έως και δύο μήνες. Επιπλέον, αν η διαδικασία συμπέσει με την παραδοσιακή άνοδο της ζήτησης ενόψει του Κινεζικού Νέου Έτους, που αναμένεται από τα μέσα Ιανουαρίου, η επίδραση στους ναύλους θα είναι ισχυρότερη.
Η στροφή μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας είχε απορροφήσει περίπου 9% της παγκόσμιας χωρητικότητας σε containers, όχι μόνο λόγω των μεγαλύτερων αποστάσεων αλλά και λόγω της ανάγκης να προστεθούν επιπλέον πλοία στα δρομολόγια για τη διατήρηση της εβδομαδιαίας συχνότητας.
Η απώλεια διαθέσιμης χωρητικότητας είχε οδηγήσει σε απότομη αύξηση των ναύλων στα δρομολόγια Ανατολής – Δύσης, ιδιαίτερα στο πρώτο δίμηνο από την έναρξη των παρακάμψεων, μέχρι την περίοδο πριν από το LNY του 2024. Τότε, τα επίπεδα ναύλων είχαν φτάσει τα 8.000 έως 10.000 δολάρια ανά φορτίο (FEU) και είχαν δημιουργήσει ένα σημείο αναφοράς της τάξης των 3.000 έως 5.000 δολαρίων ακόμη και σε περιόδους χαμηλής ζήτησης.
Το 2025, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει λόγω των σημαντικών παραδόσεων νεότευκτων πλοίων, που έχουν αυξήσει την προσφορά χωρητικότητας. Παρά το γεγονός ότι οι παρακάμψεις συνεχίζονται, οι ναύλοι βρίσκονται φέτος σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το 2024, ακόμη και τους μήνες με αυξημένο όγκο μεταφορών.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τιμές άγγιξαν επίπεδα του 2023 κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, ενώ οι υπό προσπάθεια αυξήσεις στις γραμμές του Ειρηνικού δεν κατέστη δυνατό να διατηρηθούν.
Η προβλεπόμενη επιστροφή μέσω της Διώρυγας του Σουέζ θα προκαλέσει αρχικά άνοδο των ναύλων στα δρομολόγια Ασίας – Ευρώπης και, σε μικρότερο βαθμό, στις διασυνδέσεις με τον Ατλαντικό. Αν η συμφόρηση είναι έντονη ή αν επηρεαστούν οι αφετηρίες στην Άπω Ανατολή, η άνοδος πιθανόν να επεκταθεί και στον Ειρηνικό.
Ωστόσο, μακροπρόθεσμα, μετά την εξομάλυνση των δρομολογίων, εκτιμάται ότι θα επιστρέψουν στην αγορά πάνω από δύο εκατομμύρια TEU διαθέσιμης χωρητικότητας. Η απότομη αυτή εισροή θα ενισχύσει την ήδη διαπιστωμένη υπερπροσφορά, καθιστώντας ακόμη πιο απαιτητική τη διαχείριση των υπηρεσιών για τις μεταφορικές εταιρείες που επιδιώκουν να διατηρήσουν τα πλοία γεμάτα και τα τιμολόγια σε βιώσιμο επίπεδο το 2026.



