Είναι πράγματι αξιοσημείωτο —αν όχι ειρωνικό— ο Οικουμενικός Πατριάρχης να τυγχάνει υποδοχής αρχηγού κράτους στον Λευκό Οίκο και στα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά στην καρδιά της Αθήνας να έρχεται αντιμέτωπος με την «κοινοβουλευτική ερημιά».
Η Κυβερνητική Απουσία: Όταν ένα υπουργικό συμβούλιο δεκάδων μελών εκπροσωπείται από δύο μόνο άτομα, το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι αυτό της «πολυπραγμοσύνης», αλλά της υποτίμησης. Η θεσμική ευγένεια δεν είναι προαιρετική, ειδικά όταν πρόκειται για μια ιστορική επίσκεψη μετά από 27 χρόνια.
Η Ιδεολογική Αμηχανία της Αντιπολίτευσης: Η αποχή ως στάση διαμαρτυρίας ή ιδεολογικής καθαρότητας (από ΣΥΡΙΖΑ, Πλεύση και Νέα Αριστερά) φαντάζει μάλλον παρωχημένη. Ο σεβασμός στον Πατριάρχη δεν είναι ομολογία πίστης, αλλά αναγνώριση ενός ιστορικού και διπλωματικού μεγέθους που υπερβαίνει τα δόγματα.
Η Στείρα Άρνηση: Η δε στάση της «Νίκης» —το να στερείς ακόμα και ένα τυπικό χειροκρότημα— θυμίζει περισσότερο γηπεδική συμπεριφορά παρά κοινοβουλευτικό ήθος, αποδεικνύοντας ότι ο φανατισμός συχνά τυφλώνει ακόμα και απέναντι σε αυτούς που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται.
Συμπέρασμα: Στην προσπάθειά τους να υπηρετήσουν μικροπολιτικά ακροατήρια, οι εκπρόσωποι του έθνους κατάφεραν να μετατρέψουν μια στιγμή εθνικής αυτογνωσίας σε μια επίδειξη θεσμικής απρέπειας. Τελικά, τα άδεια έδρανα δεν εξέθεσαν τον Βαρθολομαίο, αλλά εκείνους που επέλεξαν να μην καθίσουν σε αυτά.



