Όταν οι ΗΠΑ κατείχαν τη Γροιλανδία

Ο Ντόναλντ Τραμπ και στην πρώτη προεδρία του είχε επιδείξει ενδιαφέρον για την Γροιλανδία και είχε ρίξει στο τραπέζι το σχέδιο αγοράς της. Όσο εκκεντρική και να μοιάζει η ιδέα, είναι βέβαια σύμφωνη με τον τρόπο επέκτασης των ΗΠΑ, όπως π.χ. με την αγορά της πελώριας γαλλικής αποικίας της Λουϊζιάνα από τον Τζέφερσον το 1803, ή της ρωσικής Αλάσκας αργότερα. Η Γροιλανδία ειδικότερα, η μεγάλη και σχεδόν ακατοίκητη νήσος που βρίσκεται μεταξύ Καναδά, Αρκτικής και βόρειας Ευρώπης, έχει μία ενδιαφέρουσα αμερικανική προϊστορία.

Από τον ύστερο Μεσαίωνα, μετά το τέλος της εποχής των Βίκινγκ, τον εκχριστιανισμό και τη δημιουργία εδαφικών βασιλείων, οι Δανοί μπόρεσαν να επεκτείνουν την επιρροή τους στην Σκανδιναβία. Η λεγόμενη Ένωση του Κάλμαρ έθεσε υπό το δανικό στέμμα τη Νορβηγία και τη Σουηδία για αιώνες (1397-1523). Τον 16ο αιώνα ο Γουσταύος Βάζα ηγήθηκε της σουηδικής εξέγερσης κατά των Δανών και ίδρυσε ανεξάρτητο κράτος, το οποίο υπήρξε ισχυρός παίκτης στην Ευρώπη για διακόσια χρόνια. Η Νορβηγία παρέμεινε υπό τους Δανούς, και μαζί της τα αρκτικά εδάφη που είχαν αποικίσει οι Νορβηγοί τον Μεσαίωνα: η Ισλανδία, η οποία αποικίσθηκε το 874, και η Γροιλανδία, την οποία αποίκισε ο Έρικ ο Ερυθρός το 986. Από τη Γροιλανδία ξεκίνησε ο υιός του, Λέιφ Έρικσον, για να ανακαλύψει την Αμερική.

Το 1814, κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, η Δανία έχασε και τη Νορβηγία, η οποία υπήχθη στο σουηδικό στέμμα ώσπου να ανακηρυχθεί ανεξάρτητο βασίλειο το 1905. Στους Δανούς, πάλαι ποτέ θαλασσοκράτορες που είχαν μικρές αποικίες στην Καραϊβική, την Αφρική και την Ινδία, απέμενε η Ισλανδία και η Γροιλανδία. Το 1918 η Ισλανδία κηρύχθηκε διακριτό βασίλειο, υπό τον ίδιο βασιλιά όμως με τη Δανία. Η Γροιλανδία παρέμενε μία εξαιρετικά αραιοκατοικημένη δανική αποικία.

Τον Απρίλιο του 1940, η Δανία κυριεύθηκε από τους Γερμανούς, σε έναν πόλεμο-αστραπή που διήρκεσε ελάχιστες ώρες, ύστερα από λίγες αψιμαχίες. Αυτό άφηνε την Ισλανδία και τη Γροιλανδία ως «αδέσποτες» επικράτειες, οι οποίες εάν καταλαμβάνονταν από τη Γερμανία θα της έδιναν τον απόλυτο έλεγχο της Αρκτικής και θα περικύκλωναν τη Μεγάλη Βρετανία. Το Λονδίνο δεν έχασε καιρό, και καθώς η τοπική κυβέρνηση επέμενε στην ουδετερότητά της, τον Μάιο χιλιάδες Βρετανοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στην Ισλανδία και την έθεσαν υπό κατοχή. ΟΙ Ισλανδοί δεν προέβαλαν αντίσταση. Τα επόμενα χρόνια οι Βρετανοί και ύστερα οι Αμερικανοί θα διοικούσαν την Ισλανδία και θα την καθιστούσαν πολύ σημαντική ναυτική και αεροπορική βάση.

Οι σύμμαχοι προχώρησαν σε τεράστια έργα υποδομής για να υποστηρίξουν την πολεμική προσπάθεια, μεταξύ των οποίων ήταν και το αεροδρόμιο της πρωτεύουσας Ρέικιαβικ. Ως κατοχική δύναμη συμμετείχε και ο Καναδάς, ενώ τον Ιούνιο του 1941 η Βρετανία παρέδωσε το νησί στις ΗΠΑ, σημειωτέον πριν η Ουάσιγκτον εισέλθει στον πόλεμο. Τρία χρόνια μετά, στις 7 Ιουνίου 1944 η Ισλανδία ανακηρύχθηκε σε αβασίλευτη δημοκρατία και πλήρως ανεξάρτητο από τη Δανία κράτος. Τα αμερικανικά στρατεύματα αποχώρησαν από τη χώρα κατόπιν συμφωνίας το 1948, διατήρησαν όμως στρατιωτική βάση μέχρι το 2006. Η Ισλανδία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ.

Οχυρό Γροιλανδία κατά των ναζί

Βορειότερα, στη Γροιλανδία, η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη. Η Βρετανία και ο Καναδάς σχεδίασαν και εκεί εισβολή, οι ΗΠΑ όμως επενέβησαν και ζήτησαν να θεωρηθεί η περιοχή αυτόνομη, καθώς, ανήκουσα γεωφυσικά στην αμερικανική ήπειρο, καλυπτόταν από το Δόγμα Μονρόε, με το οποίο η Ουάσιγκτον απαγόρευε κάθε ευρωπαϊκή παρέμβαση σε αμερικανικό έδαφος.

Οι τοπικές αρχές φοβούνταν ακόμη μήπως το κενό εξουσίας εκμεταλλευτούν τα εξόριστα στρατεύματα της Νορβηγίας που πολεμούσαν με τους Συμμάχους, καθώς η σκανδιναβική χώρα είχε καταφύγει σε διεθνές δικαστήριο το 1933 και διεκδικούσε τη Γροιλανδία από τους Δανούς. Τον Απρίλιο του 1941 ξεκίνησε η διαδικασία για τη δημιουργία αμερικανικών και βρετανικών βάσεων, η οποία εντάθηκε τα επόμενα χρόνια. Οι Γερμανοί προσπάθησαν, και σε κάποιες περιπτώσεις το κατάφεραν, να στήσουν μετεωρολογικούς σταθμούς σε απομονωμένες περιοχές της Γροιλανδίας κάτω από τη μύτη των Συμμάχων. Το 1945 η διοίκηση της Γροιλανδίας αποδόθηκε ξανά στην απελευθερωμένη Δανία.

Προς τι όμως η τόση σπουδή για την εξασφάλιση της αμερικανικής παρουσίας στον παγωμένο, αφιλόξενο και ακατοίκητο βορρά, όπου το πολικό σκότος, το κρύο και ο κακός καιρός καθιστούσε πολύ δύσκολο τον ανεφοδιασμό και τις αεροναυτικές επιχειρήσεις; Ο βόρειος Ατλαντικός ωκεανός λειτουργούσε ως η μεγάλη αρτηρία προμηθειών που ξεκινούσε από τις ΗΠΑ, έκανε στάση στη Βρετανία και συνέχιζε, βορείως της Νορβηγίας, μέχρι το ρωσικό λιμάνι του Μουρμάνσκ, όπου ξεφορτώνονταν μυθικές ποσότητες από καύσιμα, τρόφιμα, όπλα και πυρομαχικά για την εμπόλεμη Σοβιετική Ένωση.

Τραμπ Γροιλανδία. Νοβακόπουλος

Ρωσικός χάρτης με την πορεία των αρκτικών νηοπομπών

Τα γερμανικά υποβρύχια καραδοκούσαν από τις φωλιές τους στα νορβηγικά φιόρδ, προκαλώντας τρομακτικές απώλειες στα συμμαχικά πολεμικά και εμπορικά πλοία. Εκεί στάθμευαν και τα μεγάλα γερμανικά σκάφη επιφανείας, το βαρύ καταδρομικό Scharnhorst και ο θωρηκτό Tirpitz, που δεν είδαν μεγάλη επιχειρησιακή δράση, αλλά μόνη η παρουσία τους ανάγκαζε το βασιλικό ναυτικό της Βρετανίας να δεσμεύει πολλές και ισχυρές μονάδες για τη συνοδεία των νηοπομπών. Η Ισλανδία και η Γροιλανδία λειτουργούσαν σαν βάσεις βομβαρδιστικών, υδροπλάνων και κάθε λογής πλοίων και αεροσκαφών που προσπαθούσαν να προστατεύσουν το ναυτικό ανεφοδιασμό. Πολλοί Έλληνες ναυτικοί μετείχαν στον ανεφοδιασμό της Ρωσίας μέσω της Αρκτικής, και αρκετοί θυσιάστηκαν στα παγωμένα, ανήλια νερά της. Μία από τις πιο διάσημες ναυμαχίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου το γερμανικό θωρηκτό Bismarck (αδελφό του Tirpitz) καταβύθισε το βρετανικό καταδρομικό HMS Hood, έλαβε χώρα στα «στενά της Δανίας», δηλαδή μεταξύ Γροιλανδίας και Ισλανδίας (24 Μαΐου 1941).

Το μέτωπο της Αρκτικής ανοίγει ξανά

Στον Ψυχρό Πόλεμο ο βόρειος Ατλαντικός και η Αρκτική έγιναν θέατρο του ακήρυχτου υποβρυχιακού πολέμου ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Οι Αμερικανοί διατηρούν ακόμη αεροδιαστημική βάση στην “Θούλη” της βορειοδυτικής Γροιλανδίας. Όσο ο νέος Ψυχρός Πόλεμος βαθαίνει και η τήξη των πάγων θα καθιστά ευνοϊκότερη την αρκτική ναυσιπλοΐα, τόσο μεγαλύτερος θα γίνεται ο ανταγωνισμός ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας για τον έλεγχο των θαλασσών και του υποθαλάσσιου πλούτου της περιοχής.

Η ρητορική Τραμπ μπορεί να είναι άξεστη και πομπώδης, αλλά εκδηλώνει βαθύτερες και σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τα αμερικανικά συμφέροντα. Οι αχανείς και αφιλόξενες, αλλά πανέμορφες και φυσικά ανέγγιχτες σχεδόν εκτάσεις του αρκτικού βορρά, η Γροιλανδία, ο βόρειος Καναδάς και οι σιβηρικές ακτές, θα γίνουν τα επόμενα χρόνια πεδίο σφοδρής αντιπαράθεσης της πολιτικοοικονομικής φιλοδοξίας των μεγάλων δυνάμεων. Οψόμεθα.

Share:

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Δικαίωση των θέσεων της Ε.Α.Α.Λ.Σ. | Νομοθετείται η μη περικοπή των συντάξεων χηρείας και η διατήρηση των δύο εθνικών συντάξεων»

ΕΝΩΣΗ ΑΠΟΣΤΡΑΤΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ (Ε.Α.Α.Λ.Σ.) ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ / ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΜΕΛΩΝ Αριθμ. Πρωτ. 59/26 ΘΕΜΑ: «Δικαίωση των θέσεων της Ε.Α.Α.Λ.Σ. – Νομοθετείται η μη περικοπή των συντάξεων χηρείας και η διατήρηση των δύο εθνικών συντάξεων» Συνάδελφοι, Με ιδιαίτερη ικανοποίηση και αίσθημα

Κεραμέως: Καμία περικοπή στις συντάξεις χηρείας – Καμία καταβολή αναδρομικών από συνταξιούχους

Την νομοθέτηση της μη περικοπής των συντάξεων χηρείας, ανακοίνωσε από το βήμα της Βοιυλής, η υπουργός Εργασίας, Νίκης Κεραμέως. Η υπουργός διευκρίνισε ότι οι δικαιούχοι θα συνεχίζουν να λαμβάνουν το 70% της σύνταξης του θανόντος και δεν θα γίνει καμία

Ναυάγιο στον θεσμό του προσωπικού γιατρού: Η νέα απόφαση του υπουργείου Υγείας που ανατρέπει τη δωρεάν παροχή

Ανατροπή στα όσα υποστήριζε αρχικά η κυβέρνηση φέρνει η νέα απόφαση του υπουργείου Υγείας, καθώς ο προσωπικός γιατρός παύει να είναι δωρεάν για όλους τους πολίτες. Αν και ο θεσμός σχεδιάστηκε με τη λογική της δωρεάν παροχής, πλέον ορίζεται ότι

24ωρη απεργία της ΠΕΝΕΝ στο λιμάνι της Ραφήνας την Παρασκευή 3 Ιουλίου και ματαιώσεις δρομολογίων προς Κυκλάδες

Μεγάλες αναταράξεις και σοβαρά προβλήματα στις μετακινήσεις των επιβατών αναμένονται την Παρασκευή 3 Ιουλίου στο λιμάνι της Ραφήνας, λόγω της 24ωρης απεργίας που προκήρυξε η ΠΕΝΕΝ, με τη συμπαράσταση των ναυτεργατικών σωματείων ΠΕΜΕΝ και «Στέφενσων». Η κινητοποίηση έχει οδηγήσει στην καθολική ακύρωση