Η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία από τον 19ο αιώνα έως τις αρχές του 21ου αιώνα

Θερμές ευχαριστίες στη δημοσιογράφο Χριστίνα Τζουβέκα και στο diplomaticpoint.com.

Μέρος Α΄: 1821 – 1945

Το παρόν άρθρο εξετάζει την πορεία της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας από τον 19ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα. Το θέμα κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντικό καθώς η ύπαρξη βιομηχανικής πολεμικής παραγωγής μεγιστοποιεί την ανθεκτικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων σε κρίσιμες περιόδους, ενώ συγκεκριμένα για την Ελλάδα, το ίδιο το γεωπολιτικό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται, επιτάσσει μια συνεχή επαγρύπνηση και προετοιμασία. Η αμυντική βιομηχανία της χώρας πέρασε διάφορες διακυμάνσεις και κατάφερε να πορευτεί σε πραγματικά αντίξοες συνθήκες, είτε αυτές έχουν να κάνουν με καθαρά οικονομικά δεδομένα όπως η μικρή παραγωγική βάση η με εξωγενείς παράγοντες, όπως οι πολεμικές αναμετρήσεις και οι καταστροφές.

Στην Επανάσταση του 1821, οι ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις στηρίζονταν κυρίως σε εισαγόμενα όπλα αλλά στα μετέπειτα χρόνια του ελεύθερου κράτους αρχίζουν οι πρώτες προσπάθειες ίδρυσης αμυντικής βιομηχανίας. Το 1874 ιδρύθηκε το  Ελληνικόν Πυριτιδοποιείον Α.Ε. από τους αδερφούς Μωραϊτίνη, το πρώτο ουσιαστικά εργοστάσιο παραγωγής πυρίτιδας και φυσιγγίων.

Η οικογένεια Μωραιτίνη, με ρίζες στην Οδησσό, όπου είχε αναπτύξει έντονη εμπορική δραστηριότητα, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, φέρνοντας μαζί της σημαντικό κοινωνικό και επιστημονικό κεφάλαιο. Από τα μέλη της ξεχωρίζει ο Αριστείδης Μωραιτίνης, διακεκριμένος νομικός, ο οποίος ανήλθε στις κορυφαίες βαθμίδες της δικαστικής ιεραρχίας ως Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ενώ διετέλεσε και πρωθυπουργός (20/12/1867–25/1/1868). Ο γιος του, Πέτρος, συγκαταλέγεται στα ιδρυτικά μέλη της Γενικής Πιστωτικής Τράπεζας του Ανδρέα Συγγρού, συνεχίζοντας την οικονομική παράδοση της οικογένειας.

Αδελφός του Αριστείδη ήταν ο Κωνσταντίνος Μωραιτίνης, αξιωματικός του Πυροβολικού, ο οποίος μαζί με τον επίσης πυροβολητή Κωνσταντίνο Ισχομάχο δίδαξαν στη Σχολή Ευελπίδων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της νέας στρατιωτικής εκπαίδευσης. Οι δύο τους αποτέλεσαν την ψυχή της πρωτοβουλίας για τη δημιουργία μιας σύγχρονης βιομηχανίας αμυντικού υλικού στην Ελλάδα.

Η ίδρυση της επιχείρησης «Αφων Μωραιτίνη» — στην οποία συμμετείχαν ο Ισχομάχος και άλλοι αξιωματικοί ως μέτοχοι — βασίστηκε σε γαλλική τεχνική υποστήριξη και στόχευε στην παραγωγή πυρίτιδας, δυναμίτιδας, χημικών οξέων και φυσιγγίων. Το ελληνικό κράτος στήριξε ενεργά την προσπάθεια. Στις 16/6/1872, επί κυβερνήσεως Δημητρίου Βούλγαρη, η Βουλή ενέκρινε τη σύμβαση ανάμεσα στα Υπουργεία Εσωτερικών, Οικονομικών και Στρατιωτικών και τους Κωνσταντίνο Δούμα, Κωνσταντίνο Ισχόμαχο και Κωνσταντίνο Μωραιτίνη, ως αντιπροσώπους του Ιωάννη Δούμα, παραχωρώντας για 20 έτη το δικαίωμα ίδρυσης πυριτιδοποιείου στην Ελλάδα.

Η εισηγητική έκθεση υπογράμμιζε τη στρατηγική σημασία της παραγωγής πυρίτιδας και την ανάγκη κρατικής μέριμνας υπέρ «εντίμων πολιτών» που αναλάμβαναν τέτοιας φύσεως βιομηχανικές πρωτοβουλίες. Σύμφωνα με τη σύμβαση, το κράτος δεσμευόταν να αγοράζει ετησίως 8.000 οκάδες πυρίτιδας και παραχωρούσε δωρεάν 100 στρέμματα εθνικής γης στο νέο πυριτιδοποιείο.

Η προσπάθεια θεσμοθετήθηκε οριστικά στις 17/4/1874 με το συμβόλαιο υπ’ αριθ. 17994 στο συμβολαιογραφείο του Γεράσιμου Αφεντάκη, με το οποίο ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία «Ελληνικό Πυριτιδοποιείο». Συμβαλλόμενοι ήταν οι Κωνσταντίνος Μωραιτίνης, Κωνσταντίνος Ισχόμαχος, Ιωάννης Δούμας, Αντώνης Ρικάκης και Νίκος Μωραιτίνης, θέτοντας τα θεμέλια μιας από τις σημαντικότερες βιομηχανικές δομές που θα εξελίσσονταν αργότερα στην ιστορική ΠΥΡΚΑΛ.

Ο Κωνσταντίνος Μωραιτίνης, Αξιωματικός του Πυροβολικού (πηγή: μελέτη Τ. Μοσχολιού).

Το 1887 εμφανίστηκε και μια νέα εταιρεία οι Αδελφοί Μαλτσινιώτη που κατασκεύασε εργοστάσιο στην περιοχή του Υμηττού. Αυτές οι δύο εταιρείες προμήθευαν τον Ελληνικό Στρατό με πυρομαχικά και αναλώσιμα πολέμου με συνέπεια την ύπαρξη σκληρού ανταγωνισμού μεταξύ τους για τις αναθέσεις των παραγγελιών. Οι πολεμικές αναμετρήσεις του Έθνους, όπως η Κρητική Επανάσταση του 1897 έφερναν μεγάλες παραγγελίες στις δύο αυτές εταιρείες, οι οποίες τελικά, το 1908 θα συγχωνευτούν σχηματίζοντας την Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου (ΕΕΠΚ). Αυτή η εταιρεία θα γινόταν αργότερα γνωστή με το όνομα ΠΥΡ.ΚΑΛ και  θα εξελισσόταν στη μεγαλύτερη βιομηχανική βάση παραγωγής της Ανατολικής Μεσογείου και βασικός προμηθευτής του Ελληνικού Στρατού. Παράλληλα, οι εξαγωγές της ήταν σημαντικές σε πολλές χώρες ήδη από τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της.

Ο Πρόδρομος Μποδοσάκης Αθανασιάδης. Από φτωχή οικογένεια από τα βάθη της Μικράς Ασίας (Πόρος της επαρχίας Νίγδης). Με κόπο έγινε σημαντικός επιχειρηματίας της Ελλάδος και αν και έχασε κάποια στιγμή την περιουσία του, δεν πτοήθηκε• ξεκινησε και πάλι επιχειρηματική δραστηριότητα με μεγάλη επιτυχία. Χημικές βιομηχανίες, υαλουργεία, ναυτιλιακές εργασίες, οινοπνευματώδη, ορυχεία και μεταλλεία, πυρομαχικά, που κάλυπταν το 35% του βιομηχανικού δυναμικού της χώρας.

Εκτός από την κατασκευή φυσιγγίων, όπως για παράδειγμα για τα τυφέκια Mannlicher–Schönauer 6,5 mm που είχε υιοθετήσει ο Ελληνικός Στρατός, και εκρηκτικών, η ΠΥΡΚΑΛ προσπάθησε να επεκταθεί σε μηχανές πετρελαίου, βιομηχανικό εξοπλισμό ακόμα και μεταλλικά μέρη αεροσκαφών. Στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 -1913) οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίχθηκαν κυρίως σε εισαγόμενα όπλα αλλά η ΠΥΡΚΑΛ διασφάλιζε τις προμήθειες πυρομαχικών. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την Ελλάδα να εντάσσεται τελικά στις δυνάμεις της Αντάντ, οι ανάγκες σε φυσίγγια και πυρομαχικά καλύφθηκαν από την εγχώρια παραγωγή, ενώ παράλληλα έγιναν εισαγωγές και από τους Συμμάχους.

Το 1934 ο βιομήχανος Πρόδρομος Μποδοσάκης – Αθανασιάδης απέκτησε την ΠΥΡΚΑΛ εγκαινιάζοντας μια νέα σπουδαία περίοδο στην πορεία της εταιρείας. Η εταιρεία εκσυγχρονίστηκε και επεκτάθηκε προχωρώντας ακόμη και σε εξαγωγές σε πολλές χώρες, όπως για παράδειγμα στη δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας στον ισπανικό εμφύλιο. Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο που δεικνύει τις προσπάθειες προόδου που γίνονταν ήταν και η σχεδίαση και παραγωγή του πολυβόλου της Εταιρείας Ελληνικού Πυριτιδοποιείου Καλυκοποιείου (ΕΕΠΚ ή ΕΠΚ) το 1937.

Επρόκειτο για ένα οπλοπολυβόλο -ατομικό αυτόματο όπλο που χρησιμοποιείται από έναν μόνον στρατιώτη και προορίζεται για παροχή συνεχούς πυρός υποστήριξης σε επίπεδο ομάδας πεζικού- αισθητά ελαφρύτερο από αντίστοιχα ξένα, κατάλληλο για ταχεία μετακίνηση και χρήση από έναν οπλίτη, ενώ διέθετε ένα ιδιαίτερα απλό σύστημα κλειδώματος/αέρων, που μείωνε δραστικά τις πιθανότητες εμπλοκών. Η απλότητα προοριζόταν για ελληνικό πεδίο επιχειρήσεων· σκόνη, υγρασία αλλά και πιθανότητα κακής συντήρησης.

Πολυβόλο ΕΠΚ της ΠΥΡΚΑΛ (1939). Πηγή: Νίκος Χριστοφίλης

Στον ναυτικό πόλεμο, αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση του Μηχανοποιείου–Ναυπηγείου Στυλ. Κοντογιάννη & Υιού στον Πειραιά που συνδέθηκε με τη συναρπαστική ιστορία της νάρκης Μωραΐτη/ Αργοναύτης. Ο Στυλιανός Κοντογιάννης, αυτοδημιούργητος μηχανουργός, ξεκίνησε με ένα μικρό ιδιόκτητο μηχανουργείο το 1919 και το 1921 ίδρυσε επί της οδού Μεθώνης 34 στον Πειραιά το εργοστάσιό του, με την επωνυμία Μηχανοποιείον–Ναυπηγείον Στ. Ισιδ. Κοντογιάννης. Αρχικά κατασκεύαζε μηχανές και εξοπλισμό για βιομηχανίες (οινοποιίας, ελαιουργίας, παγοποιίας κ.ά.), όμως από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 συνεργαζόταν με το Πολεμικό Ναυτικό που αναζητούσε τρόπο εγχώριας κατασκευής θαλάσσιων ναρκών.

Ο ναρκοτεχνίτης Κάρολος Μωραΐτης και αξιωματικοί του Ναυτικού (πηγή).

Η νάρκη Μωραΐτη ήταν ένας βελτιωμένος τύπος θαλάσσιας νάρκης αγκυροβολίας που σχεδιάστηκε το 1932 από τον Ανθυποπλοίαρχο (Ν/Τ) Κάρολο Μωραΐτη. Μετά από μελέτη των ευρωπαϊκών ναρκών, ο Μωραΐτης κατόρθωσε να ενσωματώσει σημαντικές καινοτομίες. Η ελληνική νάρκη διέθετε μεγαλύτερη αντοχή στο θαλάσσιο περιβάλλον, αυτόματο σύστημα αγκυροβολίας για ελεγχόμενη πόντιση σε οποιοδήποτε βάθος, καθώς και μεγαλύτερη γόμωση που μπορούσε να αφαιρεθεί και να αποθηκευτεί ξεχωριστά. Οι επιτυχημένες δοκιμές του πρωτοτύπου αρχικά δεν οδήγησαν σε άμεση παραγωγή, πιθανώς για οικονομικούς λόγους. Το 1933 όμως, με ενέργειες του Πλοιάρχου Επαμεινώνδα Καββαδία, διευθυντή τότε Τορπιλών και Ναρκών, το σχέδιο αναβίωσε και υιοθετήθηκε επισήμως από το Πολεμικό Ναυτικό. Οι νάρκες αυτές ποντίστηκαν στο ναρκοπέδιο Τούρλου–Φλεβών (Σαρωνικός κόλπος) το 1940 συμβάλλοντας στην προστασία του Ναυστάθμου και του Πειραιά. Μάλιστα, σε μία από αυτές τις ελληνικές νάρκες προσέκρουσε και βυθίστηκε το γερμανικό υποβρύχιο U-133 τον Μάρτιο του 1942 ανοικτά της Αίγινας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η ενεργοποίηση τους παρουσίαζε ποσοστό επιτυχίας 100%, σε αντίθεση με τις νάρκες των άλλων ναυτικών, όπου η επιτυχία τους περιοριζόταν στο 60%.

Όσο αφορά το αεροπορικό όπλο σημαντική ήταν η ίδρυση κρατικού εργοστασίου αεροπλάνων. Η πρώτη πρόταση για ίδρυση κρατικού εργοστασίου αεροπλάνων ανάγεται στο 1917 όταν το Υπουργείο είχε κάνει εισήγηση στην Κυβέρνηση, την οποία η τελευταία είχε αποδεχθεί. Η σχετική μελέτη είχε ανατεθεί στον Βρετανό μηχανικό της Βρετανικής Αεροπορικής Αποστολής στην Ελλάδα, αντιπλοίαρχο John Weston και είχε επιλεγεί ως τοποθεσία τμήμα του άλλοτε Ζωολογικού Κήπου του Παλαιού Φαλήρου. Οι διαδικασίες ακολούθησαν με ταχύ ρυθμό, με αποτέλεσμα το 1920 να έχουν καταφθάσει τα πρώτα μηχανήματα, καθώς επίσης είχαν αρχίσει οι εργασίες για την κατασκευή κτηρίων. Η αρνητική έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας όμως, ανέκοψε τον ρυθμό της κατασκευής του εργοστασίου.

Εντούτοις, το 1923 ξανάρχισαν οι εργασίες υπό την επίβλεψη και πάλι του Weston, ενώ το 1924 αναχώρησε για τη Μ. Βρετανία αποστολή αποτελούμενη από τον ανθυποπλοίαρχο Παπαγεωργίου και τους σημαιοφόρους Φίλιππα, Λίνο και Φαλκονάκη. Σκοπός της ήταν να επιλεγεί το πιο κατάλληλο αεροσκάφος για την κατασκευή του στην Ελλάδα. Το 1925, ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση των μηχανημάτων και τον ίδιο χρόνο, υπεγράφη σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της βρετανικής εταιρείας Blackburn Aeroplane & MotorCo., με την οποία παραχωρούταν στην εν λόγω εταιρεία το δικαίωμα κατασκευής και επισκευής αεροσκαφών της Ναυτικής Αεροπορίας για πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα, αναλάμβανε και την υποχρέωση εκπαίδευσης Ελλήνων τεχνικών αεροπόρων. Για την επίβλεψη των όρων της συμφωνίας επιβλήθηκε στην εταιρεία κρατικός έλεγχος. Με αυτόν τον τρόπο, μέσα στα πρώτα μόλις χρόνια λειτουργίας του εργοστασίου, καταρτίστηκε ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων τεχνικών -πάνω από χίλιοι- διάφορων ειδικοτήτων, οι οποίοι ήταν σε θέση να καλύψουν ένα μεγάλο μέρος των κρατικών αναγκών.

Το 1926, κατασκευάστηκαν τα πρώτα υδροπλάνα – τορπιλοπλάνα τύπου Vellos κι άρχισε αμέσως, ο εφοδιασμός της Ναυτικής Αεροπορίας. Μετά το 1929, ακολούθησε σύμβαση με την εταιρεία για ενάμιση ακόμη χρόνο. Παράλληλα, παρελήφθησαν εκπαιδευτικά αεροσκάφη Avro και Bristol, καθώς και τα μαχητικά τύπου Atlas, με τα οποία συμπληρώθηκε ο εξοπλισμός της Ναυτικής Αεροπορίας. Την 1η Ιανουαρίου 1938 με τον Αναγκαστικό Νόμο 1014 το εργοστάσιο περιήλθε στη κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και κατέστη μονάδα της Πολεμικής Αεροπορίας με την ονομασία «Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων».

Το υδροπλάνο ελληνικής κατασκευής  Blackburn T.3 Velos.

Συνολικά, κατά τον Μεσοπόλεμο, η ελληνική πολεμική βιομηχανία έφτασε σε πρωτοφανές για τη χώρα επίπεδο. Η ΠΥΡΚΑΛ, με εγκαταστάσεις σε Υμηττό και Ελευσίνα, ήταν πλέον μια «βιομηχανική πολιτεία» με πάνω από 90 κτήρια παραγωγής, πολλά εκ των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα ως διατηρητέα. Η παραγωγική της δυναμικότητα κάλυπτε πυρομαχικά κάθε διαμετρήματος, βόμβες αεροπορίας (π.χ. βόμβες των 500 λιβρών για τα ελληνικά βομβαρδιστικά), χειροβομβίδες, οβίδες πυροβολικού, εκρηκτικές ύλες, καθώς και στρατιωτικό υλικό υποστήριξης. Η Ελλάδα είχε αποκτήσει σημαντική αυτάρκεια σε πυρομαχικά και ήταν σε θέση να κάνει εξαγωγές, γεγονός ιδιαίτερα αξιοσημείωτο για μια μικρή οικονομία, όπως ήταν η ελληνική.

Σημαντικό στοιχείο για την ελληνική αμυντική βιομηχανία ήταν και η μέθοδος συμψηφισμού κλήρινγκ. Το σύστημα κλήρινγκ, όπως διαμορφώθηκε από τη Γερμανία το 1934, αποτέλεσε έναν θεσμοθετημένο μηχανισμό διμερών συναλλαγών συμψηφισμού, ο οποίος υποκαθιστούσε την ελεύθερη αγορά συναλλάγματος με ένα κλειστό, αυστηρά ρυθμιζόμενο πλαίσιο λογιστικών εγγραφών. Στην πράξη, οι αξίες των εξαγωγών και εισαγωγών δεν εκκαθαρίζονταν με πραγματική μεταφορά νομίσματος, αλλά καταγράφονταν σε ειδικούς λογαριασμούς που τηρούνταν στις κεντρικές τράπεζες των δύο χωρών. Τα πιστωτικά υπόλοιπα που συσσωρεύονταν από τις ελληνικές εξαγωγές δεν ήταν μετατρέψιμα, αλλά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την προμήθεια γερμανικών προϊόντων. Το κλήρινγκ λειτουργούσε συνεπώς ως ένας κλειστός μηχανισμός ανταλλαγής, ο οποίος περιόριζε την εκροή σκληρού συναλλάγματος από την Ελλάδα και ενίσχυε την προβλεψιμότητα των εμπορικών ροών. Η ρύθμιση αυτή εξυπηρετούσε τη γερμανική επιδίωξη οικονομικού ελέγχου και εξαγωγικής διείσδυσης, αλλά παράλληλα επέτρεψε στην Ελλάδα να εξασφαλίσει πρόσβαση σε βιομηχανικό και αμυντικό υλικό υψηλής τεχνολογίας, το οποίο δύσκολα θα μπορούσε να αποκτήσει υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς. Με τον τρόπο αυτόν, το σύστημα συνέβαλε έμμεσα στον εκσυγχρονισμό και την τεχνική αναβάθμιση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930. Με απλά λόγια, όπως αναφέρει και ο Ναύαρχος Σακελλαρίου στα απομνημονεύματά του: Σχετικά με τὴν δυσκολία ἐξευρέσεως ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος δὲν πρέπει νὰ λησμονηθεῖ ὅτι οἱ φίλοι μας οἱ Ἄγγλοι καὶ Ἀμερικανοί ἀπήτουν πληρωμή εἰς λίρες καὶ δολάρια. Τουναντίον, τὰ Κράτη τοῦ ἄξονος εἶχαν ἐφεύρει τὸ σύστημα τοῦ συμψηφισμοῦ, τοῦ κλήρινγκ καὶ ἐπληρώναμεν τὰς ἐκείθεν προμήθειὰς μας με καπνά, σταφίδα, μεταλλεύματα καὶ ὅ,τι ἄλλο ἡ φτωχὴ μας γῆ παράγει [Σακελλαρίου (1945), 58].

Βόμβα των 500 λιβρών ΕΠΚ (ΠΥΡΚΑΛ) έτοιμη να φορτωθεί σε ελληνικό βομβαρδιστικό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου (πηγή).

Η ΠΥΡΚΑΛ είχε σημαντική συμμετοχή στην πολεμική προετοιμασία της Χώρας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τον Ιούνιο του 1939 υπογράφτηκε σύμβαση με την Ελληνική Κυβέρνηση με την οποία δόθηκαν στην ΕΕΠΚ (ΠΥΡΚΑΛ) παραγγελίες κατασκευής πυρομαχικών πυροβολικού, όλμων και πεζικού αξίας 600.000.000 περίπου δραχμών πληρωτέων σε δέκα ετήσιες δόσεις. Αυτά τα πυρομαχικά πυροβολικού και πεζικού παραλήφθηκαν όλα, ένα μέρος πριν την 28η Οκτωβρίου και τα υπόλοιπα στις αρχές του πολέμου εκτός από τα τροχιοδεικτικά φυσίγγια πολυβόλων, διατρητικά και τροχιοδεικτικά βαρέων πυροβόλων των 13,2. , βλήματα αντιαεροπορικών πυροβόλων των 20, των 37 και των 88. Η κατασκευή των αντιαεροπορικών βλημάτων είχε προχωρήσει αρκετά και τον Απρίλιο του 1941 προβλεπόταν να αρχίσει η παραλαβή τους σε σημαντικές ποσότητες.

Για τη δημιουργία εγχώριου ανταγωνισμού, τον Αύγουστο του 1939 ανατέθηκε στη βιομηχανία εμαγιέ Αθ. Κώστα η κατασκευή 100.000 πλήρων βλημάτων όλμου Μπραντ, 5.200 βλημάτων Μπραντ ισχυρών, 7. 650 καπνογόνων και 3.000 ασκήσεων. Η αξία αυτής της παραγγελίας ανήλθε στις 101.980.000 δραχμές. Η βιομηχανία Κώστα είχε επίσης την υποχρέωση να ιδρύσει στη περιοχή Λαυρίου πλήρες εργοστάσιο κατασκευής βλημάτων όλμων ενώ συζητήθηκε με την εταιρεία η μελλοντική ίδρυση εργοστασίου κατασκευής όλμων. Παρά την έκρηξη του πολέμου στην Ευρώπη το 1939 και τις αναμενόμενες δυσχέρειες, ιδρύθηκε το εργοστάσιο βλημάτων, εφοδιάστηκε με σύγχρονα μηχανήματα και πραγματοποιήθηκε η παραγγελία των απαιτούμενων πρώτων υλών. Παρ’ όλα αυτά, το εργοστάσιο δεν κατάφερε να αρχίσει τη λειτουργία του μέχρι στις 28 Οκτωβρίου 1940, γιατί πρώτον· έλειπαν συμπληρωματικά μηχανήματα μικρής αξίας, τα οποία όμως ήταν αναγκαία για τη λειτουργία του εργοστασίου και δεύτερον· γιατί αναμένονταν οι πρώτες ύλες οι οποίες είχαν παραγγελθεί από τη Γαλλία. Μετά την κατάρρευση της Γαλλίας, παραγγέλθηκαν εκ νέου από τις ΗΠΑ.

Επειδή το Υπουργείο Στρατιωτικών θεωρούσε τη λειτουργία του παραπάνω εργοστασίου νευραλγικής σημασίας, εξώθησε τη βιομηχανία Κώστα σε συνεργασία με την ΕΕΠΚ, η οποία όμως δεν τελεσφόρησε. Τελικά, η βιομηχανία Κώστα δέχθηκε να πουλήσει ολόκληρο το εργοστάσιο στην ΕΕΠΚ. Την ημέρα της επιστράτευσης οι δυνατότητες τις εγχώριας βιομηχανίας, δηλαδή της ΕΕΠΚ, προβλεπόταν ότι θα ήταν ημερησίως 800.000 – 1.000.000 φυσίγγια πεζικού, 2.500 – 3.000 οβίδες παντός διαμετρήματος (στη πραγματικότητα όχι παραπάνω από 2.000), 1.000 -1500 βλήματα Μπραντ, 2.500 – 3.000 πυροσωλήνες Rheinmetall, 1.000 πυροσωλήνες Μπραντ και γεμίσματα σε πλήρη επάρκεια από τον Δεκέμβριο του 1940. Την ημέρα της επιστράτευσης, η ΕΕΠΚ είχε πρώτες ύλες για ένα τρίμηνο.

Οι Γερμανοί το 1941 βρήκαν τις εγκαταστάσεις της ΠΥΡΚΑΛ άθικτες καθώς δεν είχε πραγματοποιηθεί ανατίναξη αυτών και απομάκρυνση του υλικού τους. Οι Γερμανοί για ένα διάστημα τις χρησιμοποίησαν μαζί με το υπάρχον εργατικό δυναμικό τους για την παραγωγή δικών τους πυρομαχικών. Κατά την αποχώρησή τους ωστόσο, στο πλαίσιο της καμμένης γης που εφάρμοσαν, ανατίναξαν και λεηλάτησαν το εργοστάσιο μεταφέροντας πολλά μηχανήματα στην Γερμανία.

Το Ελληνικό Καλυκοποιείο Μαλτσινιώτη στον Υμηττό, στις αρχές του 20ου αιώνα (πηγή: mononews.gr)

Πηγές

Τάκης Μοσχολιός,   Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΛ – ΟΙ ΙΔΡΥΤΕΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΑΛΤΣΙΝΙΩΤΗ & ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΩΡΑΙΤΙΝΗ- Ο ΜΠΟΔΟΣΑΚΗΣ & Η «ΣΚΟΤΕΙΝΗ» ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ, academia.edu.

L.S. Skartsis, Greek Vehicle & Machine Manufacturers 1800 to present: A Pictorial History, Bookstars, Athens.

Χρήστος Σαζανίδης, Τα Όπλα των Ελλήνων, εκδ. Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη.

Θανάσης Σφήκας, Η Ελλάδα και ο Ισπανικός Εμφύλιος, εκδ Στάχυ

Ίδρυμα Μποδοσάκη, ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ-ΜΠΟΔΟΣΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ: Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ (1891-1979)

ΓΕΑ, Ιστορία της Πολεμικής Αεροπορίας, τόμος Γ΄ (1930-1941), Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Πολεμικής Αεροπορίας, Αθήνα, 1990.

ΓΕΝ, Ημερολόγιον Πολέμου, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού.

ΓΕΣ, Η προς πόλεμον προπαρασκευή του Ελληνικού Στρατού 1923-1940, Αθήνα, Διεύθυνσις Ιστορία Στρατού, 1969 (ανατύπωση 1983).

Παναγιώτης Γέροντας, Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου. Επίτομη Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού 1821 – 1945, Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2019.

Θεόδωρος Γιούργας, Συμμετοχή του Βασιλικού Ναυτικού στον Ναρκοπόλεμο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, Ναυτική Επιθεώρηση, τ. 586.

Επαμεινώνδας Καββαδίας, Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα, Αθήνα, Πυρσός, 1950.

Γρηγόριος Μεζεβίρης, Τέσσερεις Δεκαετηρίδες εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, Αθήνα, 1971.

Ιωάννης Παλούμπης, «Τεχνικές και τακτικές καινοτομίες που υιοθετήθηκαν για πρώτη φορά από το Πολεμικό Ναυτικό», ομιλία που διεξήχθη στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος στις 21/1/2012 κατά τη διάρκεια της ημερίδας Το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό μεταξύ της Εθνικής Ολοκλήρωσης και Τεχνολογικής Εξέλιξης, 1821-1941. Δημοσιεύτηκε στο Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας 77.

Αλέξανδρος Παπάγος, Ο Ελληνικός Στρατός και η προς πόλεμον προπαρασκευή του (από Αυγούστου 1923 μέχρι Οκτωβρίου 1940), Αθήνα, Πυρσός, 1945.

Ι. Δ.Σαλαβράκος, Οικονομία και ολοκληρωτικός πόλεμος, τόμος Β΄, Αθήνα, Κριτική, 2008.

Αλέξανδρος Σακελλαρίου, Ἡ Θέσις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, Αθήνα, Δημητράκος, 1945

Στυλιανός Κοντογιάννης, Το Πρώτο Εργοστάσιο Κατασκευής Ελληνικών Ναρκών, Περίπλους της Ναυτικής Ιστορίας, τ. 50, σελ.18, ΙΑΝ-ΜΑΡΤ 2005, εκδ. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος (διαδικτυακά στο Περί Αλός).

Πηγές στο Διαδίκτυο.

Share:

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Βάσεις Εισαγωγής 2026: Η σχολή που πέρασε μόλις… ένας υποψήφιος

Δείτε όλες τις Σχολές και τα τμήματα που «ανοίγουν πόρτες» με μονοψήφιο αριθμό εισακτέων Οι Βάσεις εισαγωγής των Πανελλαδικών εξετάσεων 2026, ανέδειξαν περιφερειακά και εξειδικευμένα τμήματα ΑΕΙ που καλούνται πλέον να λειτουργήσουν με ελάχιστους νέους φοιτητές στα έδρανά τους. Η πιοκραυγαλέα περίπτωση καταγράφεται

Γερμανικός στρατός: Γιατί λείπουν οι γυναίκες;

Να καταταγώ στον στρατό; Σε καμία περίπτωση! Για τις νεαρές γυναίκες από τις οποίες η DW πήρε συνέντευξη στο Βερολίνο, η θητεία στις Γερμανικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι εκτός συζήτησης. «Δεν ταιριάζει στα σχέδιά μου για σπουδές και εργασία», υποστηρίζει μία από τις

Δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας: Ποιοι αρχηγοί θα πάνε Προεδρικό, ποιοι… το σκέφτονται, ποιοι είπαν «όχι» και ποιοι δεν προσκλήθηκαν

Ιδιαίτερο συμβολικό αλλά και ουσιαστικό πολιτικό ενδιαφέρον έχει η φετινή δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας στις 24 Ιουλίου για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα, καθώς η πολιτική ρευστότητα που επικρατεί φαίνεται ότι επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό και τους πολιτικούς

Ο «αστυνομικός» γάτος Nimis που «περιπολεί» τους δρόμους του Άμστερνταμ

Η «αστυνομική γάτα» του Άμστερνταμ έχει γίνει viral στο TikTok, με τα βίντεό της να έχουν ξεπεράσει τα 4,5 εκατομμύρια προβολές. Ο γάτος, που ονομάζεται Nimis, ζει σε ένα πλωτό σπίτι και ξεχωρίζει χάρη στο κίτρινο γιλέκο που φορά, το οποίο θυμίζει αστυνομική στολή. Κάθε μέρα συνοδεύει την ιδιοκτήτριά του, Lydia Farber, στις βόλτες τους στα κανάλια