Η Απελευθέρωση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά: μια επιχείρηση CIMIC με διακλαδικά χαρακτηριστικά

Συγγραφέας: Εμμανουήλ Μουρτζάκης

Οι Βυζαντινοί θεολόγοι (όπως ο Ιωάννης Δαμασκηνός και ο Θεόδωρος Αββουκαράς[1]) θεωρούσαν τη θρησκεία του Ισλάμ ως άλλη μία χριστιανική αίρεση και τα διδάγματά της ως «γέλωτος άξια», δεν μπορούσαν όμως να αγνοήσουν την αμείλικτη πραγματικότητα της εποχής τους. Η αραβική απειλή ήταν ήδη εδραιωμένη στην Αραβία και τη Συρία και είχε επεκταθεί στη βόρεια Αφρική και την Ισπανική χερσόνησο. Παράλληλα, συχνά αραβικά πλοία εκτελούσαν επιδρομές στις παραλιακές περιοχές της Αυτοκρατορίας και τα νησιά προξενώντας καταστροφές. Ο φόρος αίματος ήταν υψηλός, η οικονομία βρισκόταν σε διάλυση ενώ η πίεση που δέχονταν οι πληθυσμοί της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν συνεχώς αυξανόμενη.

Η επέκταση του Ισλάμ (πηγή: https://view.genially.com)

Το 827μ.Χ. οι Άραβες της Ανδαλουσίας αποβιβάστηκαν στα νότια παράλια της Κρήτης (πιθανότατα στα σημερινά Μάταλα του Νομού Ηρακλείου) και σχετικά εύκολα και γρήγορα κατέλαβαν το νησί ως το 828μ.Χ. Η βυζαντινή αντίδραση υπήρξε αναιμική λόγω της έλλειψης επαρκών στρατευμάτων και της οικονομικής, κοινωνικής και στρατιωτικής κόπωσης από την κρίση της εικονομαχίας[2]. Σε ένα παραλιακό λόφο στις βόρειες ακτές οι κατακτητές κατασκεύασαν μεγάλο στρατόπεδο το οποίο προστάτεψαν με μεγάλη τάφρο. Η αραβική λέξη για την τάφρο είναι Chandax[3]. Από παραφθορά αυτής προήλθε η ελληνική λέξη Χάνδακας για την πόλη η οποία σταδιακά δημιουργήθηκε στη θέση του στρατοπέδου.

Αραβοκρατία

Η παλαιότερη εκτίμηση των ιστορικών ήταν ότι η Κρήτη υπό αραβικό έλεγχο αποτελούσε ορμητήριο πειρατών και βάση ανεφοδιασμού τους. Όμως, η πιο λεπτομερής εξέταση των στοιχείων όπως η διάρκεια της αραβικής κατοχής (130 χρόνια), η συστηματική αλλοίωση του πληθυσμού με βίαιους εξισλαμισμούς και η καταστροφή της πλειοψηφίας των χριστιανικών μνημείων και ναών από τους κατακτητές δίνουν μια διαφορετική εικόνα. Η Κρήτη αποτελούσε κυρίαρχο στρατηγικό κόμβο στις επιχειρήσεις των Αράβων για επιδρομές στις ακτές των παραλίων της Μικράς Ασίας και στα νησιά του Αιγαίου.

Οι θαλάσσιες οδοί του Αιγαίου είχαν πάψει να είναι ασφαλείς για τους Βυζαντινούς, ενώ ο φόβος των αραβικών καταδρομών οδήγησε τους πληθυσμούς πολλών μικρών νησιών να τα εγκαταλείψουν, αφήνοντάς τα έτσι να χρησιμοποιηθούν από τους Σαρακηνούς ως ορμητήρια για επιχειρήσεις εναντίον του βυζαντινού, κυρίως εμπορικού, στόλου. Το  862μ.Χ. οι Άραβες προσέβαλαν τη Μυτιλήνη και τη χερσόνησο του Άθω, το 866μ.Χ. τη Χαλκιδική ενώ το 872μ.Χ. Επιτέθηκαν στις βυζαντινές κτήσεις της Αδριατικής. Το 904μ.Χ. οι Σαρακηνοί επιτέθηκαν και άλωσαν τη Θεσσαλονίκη κάτι που συγκλόνισε τη βυζαντινή ηγεσία και κοινωνία.

Ο Νικηφόρος Φωκάς. Αγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία τιμά τη μνήμη του στις 11 Δεκεμβρίου.

Η γεωγραφική θέση της Κρήτης και του Αιγαίου Πελάγους ανάμεσα στους δύο βασικούς χερσαίους κορμούς της Αυτοκρατορίας, τη Χερσόνησο του Αίμου και τη Μικρά Ασία αποτελούσε κρίσιμο σημείο στρατηγικής επιβίωσης. Όλη η αμυντική πολιτική της Αυτοκρατορίας είχε ως βασικό άξονα το στρατηγικό βάθος αυτών των δύο περιοχών. Σημείο καμπής και ένωσης τους αποτελούσε η περιοχή της Θράκης από τα δυτικά και του Πόντου από τα ανατολικά. Από τη νότια πλευρά τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους και η Θεσσαλονίκη λειτουργούσαν ως αμυντικές γραμμές για την πρωτεύουσα. Επομένως, τυχόν τελική αραβική επικράτηση θα προκαλούσε μόνιμο ρήγμα στην βυζαντινή αμυντική γραμμή με ευθεία απειλή προς κέντρο βάρος της Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολή. Υπό μία έννοια η αραβοκρατούμενη Κρήτη αποτελούσε το «μαλακό υπογάστριο» δημιουργώντας υψηλής σημασίας ζήτημα ασφαλείας.

Νικηφόρος Β΄ Φωκάς

Ο Νικηφόρος Β’ Φωκάς είχε ήδη τεράστια φήμη[4] από τους πολέμους εναντίον των Αράβων στα ανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας όταν ανέλαβε την ηγεσία της επιχείρησης εναντίον των Σαρακηνών της Κρήτης. Στο παρελθόν είχε διακριθεί για τις σαρωτικές νίκες του εναντίον των Αράβων ηγεμόνων της Μοσούλης, της Ταρσού και της Τριπόλεως ενώ συχνά οι αραβικές πηγές τον αποκαλούσαν “Ο ωχρός θάνατος των Σαρακηνών”. Η βαθύτερη καταγωγή της οικογενείας του προέρχονταν σύμφωνα με το λόγιο Μιχαήλ Ατταλειάτη από τους Φλαβίους, τη ρωμαϊκή γενιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου καθώς και από ρίζα αρμενική της ευρύτερης περιοχής του Καυκάσου. Διέθετε μεγάλη φυσική ρώμη, ήταν ψύχραιμος κατά τη μάχη και ιδιαίτερα εύστροφος αλλά και ισχυρογνώμων με επιμονή στην επίτευξη των στόχων του. Ζούσε ασκητικά με μεγάλη σύνεση, έντονη προσευχή και εγκράτεια. Οι οργανωτικές του ικανότητες ήταν αξιοθαύμαστες αφού μπορούσε σε σύντομο χρόνο να μετατρέψει μια δύναμη κληρωτών σε πολεμική μηχανή, ενώ πάντα χρησιμοποιούσε το προσωπικό παράδειγμα για να νουθετεί τους υφιστάμενους του. Αποτελεί σε μεγάλο βαθμό το πρώιμο πρότυπο του μοναχού/πολεμιστή του Μεσαίωνα.

Οι ναυτικές επιχειρήσεις των Αράβων και των Βυζαντινών στο Αιγαίο Πέλαγος (πηγή: https://view.genially.com)
 

Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται

Χάρη στην επιμονή του Ιωσήφ Βρίγγα, Παρακοιμώμενου του Αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ (γνωστός την εποχή του και ως “ο άυπνος νους”) οργανώθηκε η εκστρατεία εναντίον της Κρήτης. Mε την προτροπή του, ο Αυτοκράτορας διόρισε αρχιστράτηγο της όλης επιχείρησης τον Νικηφόρο Β΄ Φωκά, Δομέστικο των Σχολών της Ανατολής δηλαδή Αρχιστράτηγο των Βυζαντινών Δυνάμεων στην Ανατολή. Ο δισταγμός ήταν δικαιολογημένος καθώς είχαν προηγηθεί ανεπιτυχείς απόπειρες απελευθέρωσης του νησιού. Ο Βρίγγας ορθά διέβλεψε ότι η περίσταση ήταν κατάλληλη καθώς οι Άραβες της Ασίας και της Αφρικής, αλληλοσπαράσσονταν και δεν θα μπορούσαν να στείλουν βοήθεια στους Σαρακηνούς της Κρήτης. Τα μέσα για την εκστρατεία προσφέρθηκαν άφθονα. Τα στρατεύματα των Βυζαντινών, τα οποία έλαβαν μέρος στην επιχείρηση, ανέρχονταν σε 72.000 άνδρες πεζούς και 5.000 ιππείς συνολικά με τις εκτιμήσεις να διαφέρουν στις αραβικές πηγές οι οποίες ανεβάζουν τον αριθμό στις 150.000 άνδρες. Το μεγαλύτερο μέρος των αποβατικών στρατευμάτων ήταν εμπειροπόλεμο και σκληραγωγημένο από τα μέτωπα της Συρίας, του Καυκάσου και της Μικράς Ασίας.

Καλλιτεχνική αναπαράσταση θωρακισμένου ιππέα του Βυζαντινού Στρατού γνωστοί ως κατάφρακτοι ή δηφένσορες (πηγή:www.topwar.ru).

Μετά από μια συγκινητική τελετή Αγιασμού παρουσία του Αυτοκράτορα και του Πατριάρχη, ο αποβατικός στόλος με 3.307 πλοία απέπλευσε από τον όρμο Βουκολέοντα της Κωνσταντινούπολης στις αρχές Ιουλίου 960μ.Χ.  Από αυτά 2.000 ήταν χελάνδια και οι δρόμωνες, δηλαδή μεγάλα πολεμικά με δύο σειρές κουπιά και μήκος περί τα 45 μέτρα. Διέθεταν ξύλινο πύργο από τον οποίο πολεμούσαν οι πολεμιστές του πλοίου και κατάλληλους σιφώνες για την εκτόξευση του υγρού πυρός. Επίσης σε αυτή τη ναυτική αρμάδα ανήκαν 1.000 μεταγωγικά σκάφη και 307 καματηρά πλοία δηλαδή φορτηγά σκάφη για τη μεταφορά πολεμοφοδίων, πολιορκητικών μηχανών και τροφίμων. Η επιχείρηση ανακατάληψης του νησιού δεν ήταν καθόλου απλή ακόμα και για τα δεδομένα της ισχυρής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Πέραν της απόστασης από την πρωτεύουσα και τον κύριο όγκο των στρατιωτικών δυνάμεων της Μικράς Ασίας και των βαλκανικών περιοχών υπήρχε και το πολύ ισχυρό φρούριο – πόλη του Χάνδακα  το οποίο δυσκόλευε κάθε πιθανή προσπάθεια.

Η στρατηγική του Νικηφόρου Β΄ Φωκά στηρίχθηκε σε δύο βασικούς άξονες, την συντριπτική υπεροπλία σε  ξηρά και θάλασσα και στο  ναυτικό και χερσαίο αποκλεισμό ώστε να είναι αδύνατη η υποστήριξη των Αράβων από άλλες μουσουλμανικές περιοχές. Η ναυτική αρμάδα ξεκίνησε από την νησίδα Προκόνησο στην Προποντίδα τμηματικά λόγω του μεγάλου αριθμού των συμμετεχουσών μονάδων. Το δρομολόγιο το οποίο ακολούθησε ήταν σε γενικές γραμμές Τένεδος, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Φούρνοι Ικαρίας, Νάξος, Ίος, Σαντορίνη και εν συνεχεία νήσο Δίας βορείως της Κρήτης. Η κίνηση των πλοίων είχε πολλαπλούς στόχους, αφενός να εντοπίσει και να καταδιώξει τις εχθρικές ναυτικές δυνάμεις και αφετέρου να ανυψώσει το ηθικό των κατοίκων των νησιών του Αιγαίου. Μετά τον διάπλου του Αιγαίου έγινε απόβαση των δυνάμεων κοντά στον Αλμυρό ποταμό στα δυτικά του Χάνδακα.  Άμεσα εκτελέσθηκε αποκλεισμός της πόλης από τα στρατεύματα και μοίρα του βυζαντινού στόλου περιπολούσε συνεχώς στις ακτές της Κρήτης για τον εντοπισμό και την καταστροφή των αραβικών ναυτικών δυνάμεων που πιθανόν θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν τους Ανδαλουσιανούς Άραβες της Κρήτης.

Πριν την έναρξη της επιχείρησης οι Βυζαντινοί,  κατά τη συνήθη τακτική τους, είχαν στείλει κατασκόπους στο νησί για να αξιολογήσουν την κατάσταση. Οι πληροφορίες που έλαβαν δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικές. Ο χριστιανικός πληθυσμός ήταν υπό εξαφάνιση, ενώ οι Άραβες δεν είχαν θορυβηθεί από την επικείμενη προσπάθεια των Βυζαντινών και δεν είχαν κλειστεί στις οχυρωμένες θέσεις και τα κάστρα. Αυτό είχε ως συνέπεια ο Νικηφόρος Φωκάς να εκτελέσει ένα έξυπνο τέχνασμα για να τρομάξει τους Σαρακηνούς. Διέταξε τα 200 εκ των πλοίων του να αγκυροβολήσουν στο νησάκι της Δίας βόρεια του Χάνδακα. Εν συνεχεία, διέταξε ανά 100 να έρχονται την νύχτα προς την πόλη για ναυτικό αποκλεισμό με αναμμένες δάδες και να επιστρέφουν το πρωί. Έτσι, ξεγέλασε τους Άραβες οι οποίοι εκτίμησαν τον αριθμό των βυζαντινών πλοίων πολλαπλάσιο, θορυβήθηκαν και κατέφυγαν στις οχυρές τους θέσεις εγκαταλείποντας την ύπαιθρο. Με τον τρόπο αυτό, περιόρισε την ελευθερία κινήσεων τους και απέκτησε υπεροχή στον χερσαίο αγώνα αφού τα βυζαντινά στρατεύματα ήταν εκπαιδευμένα και έμπειρα σε πολιορκίες εχθρικών πόλεων ήδη από το απαιτητικό μέτωπο της Συρίας. Διαφορετικά, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν ένα εχθρό με καλύτερη γνώση του θεάτρου επιχειρήσεων και ο οποίος θα μπορούσε εύκολα και με ασφάλεια να εκτελέσει ανταρτοπόλεμο[5].

Σύγχρονη αναπαράσταση Βυζαντινού μαχητή του 10ου  μεταχριστιανικού αιώνα από τον ιταλικό σύλλογο ιστορικών μελετών «Ιππείς της χώρας του Τάραντα». Φέρει φολιδωτό  θώρακα βασισμένο στις αγιογραφίες της περιόδου και το κράνος του βασίζεται στο ελεφαντοστέϊνο ανάγλυφο του Μουσείου της Ν. Υόρκης. Το έμβλημα της ασπίδας του βασίζεται σε χειρόγραφό του μουσείου του Παλερμο.

Η απόβαση της κύριας αποβατικής δύναμης έγινε στον κόλπο του Αλμυρού στα δυτικά της πόλης. Οι πρώτοι που εξήλθαν από τα αποβατικά πλοία ήταν οι ψιλοί δηλαδή οι ελαφριά οπλισμένοι πεζοί, αντίστοιχο με τις Ειδικές Δυνάμεις σήμερα. Ακολούθησαν  οι θωρακισμένοι  κατάφρακτοι, οι βαριά οπλισμένοι ιππείς και οι οπλίτες ή σκουτάτοι, βαρύ πεζικό με πλήρη άρμοση, αντίστοιχα με τις τεθωρακισμένες και θωρακισμένες σύγχρονες αποβατικές δυνάμεις. Να σημειώσουμε εδώ ότι σε αντίθεση με την σημερινή πρακτική της προσγειάλωσης των αποβατικών και της χρήσης ακάτων ή ελαστικών λέμβων, στον Μεσαίωνα τα βυζαντινά πλοία (κωπήλατα και ιστιοφόρα) προσέγγιζαν την ακτή με την πλώρη αλλά έκαναν αναστροφή και αποβίβαζαν τα ένοπλα τμήματα με την πρύμνη. Φυσικά σε αυτό τους διευκόλυνε το χαμηλό βύθισμα και ύψος καταστρώματος, συγκριτικά με τα σημερινά πλοία. Εν συνεχεία χρησιμοποιούσαν κλίμακες για την αποβίβαση των στρατευμάτων, πεζών και ιππέων. Οι Άραβες περίμεναν την αποβατική δύναμη στην ακτή για να την εξολοθρεύσουν. Με εντολή του Στρατηγού η αποβατική φάλαγγα χωρίστηκε σε τρία μέρη πυκνώνοντας την άμυνα με δόρατα και ασπίδες. Οι Βυζαντινοί επιτέθηκαν συντεταγμένα αναγκάζοντας τους Άραβες να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να καταφύγουν στον Χάνδακα.

«RABDH AL-KHANDAQ» ή Χάνδακας

Οι Άραβες του Χάνδακα προκαλούσαν τους βυζαντινούς στρατιώτες καθώς ο χρόνος περνούσε και το κάστρο παρέμενε απόρθητο. Η εκδίκηση όμως δεν άργησε να έρθει και μάλιστα με πολύ σκληρό τρόπο. Δύο Σαρακηνοί που αυτομόλησαν στο βυζαντινό στρατόπεδο, πληροφόρησαν τις αυτοκρατορικές δυνάμεις ότι περίπου 40.000 Σαρακηνοί συγκεντρώνονταν στην ενδοχώρα για αιφνιδιαστική επίθεση σε συνδυασμό με έξοδο των πολιορκημένων τις πρώτες πρωινές ώρες. Το βυζαντινό ιππικό τους εντόπισε και τους αποδεκάτισε. Ο  Νικηφόρος Β’ Φωκάς διέταξε να κοπούν τα κεφάλια των νεκρών Σαρακηνών και να μεταφερθούν στο στρατόπεδο. Εκεί, άλλα τοποθετήθηκαν σε πάσσαλους μπροστά στα τείχη και άλλα εκσφενδονίστηκαν στο εσωτερικό του Χάνδακα προκαλώντας τρόμο και θλίψη.

Βυζαντινός Στρατηγός. Αναπαράσταση  από το Ρωσικό σύλλογο ιστορικών μελετών «Ντρουζίνα». Η εμφάνιση βασίζεται σε εικόνες στρατιωτικών αγίων της περιόδου.

Η τελική επίθεση ξεκίνησε στις 7 Μαρτίου 961 μ.Χ και υπήρξε λυσσαλέα. Έμφαση δόθηκε στη χρήση των πολιορκητικών μηχανών όπως ενός τεράστιου πολιορκητικού κριού και στη χρήση σκαπανέων για την υπονόμευση των τειχών. Αφού γέμισαν τα κούφια μέρη των τειχών με ξύλα και άλλα εύφλεκτα υλικά, τα έβαλαν φωτιά με αποτέλεσμα δύο επάλξεις του τείχους να καταρρεύσουν. Η αντίσταση των Αράβων είχε πλέον καμφθεί. Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα εισήλθαν στη πόλη ασυγκράτητα.

Βυζαντινός Κατάφρακτος. Αναπράσταση  από τον Βρετανικό σύλλογο ιστορικών μελετών «Εταιρεία Παλατίου». Το αλυσιδωτό προσωπείο (ζάβα) περιγράφεται στα «Τακτικά» Νικηφόρου.

«Μετὰ φόβου Θεοῦ…»

Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε», μέρος της λειτουργικής παράδοσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας με το οποίο ο Ιερέας κατά τη Θεία Λειτουργία καλεί τους πιστούς να μεταλάβουν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού)

Μετά την κατάληψη του Χάνδακα ακολούθησε λεηλασία του μουσουλμανικού κάστρου ως εκδίκηση για τα δεινά των χριστιανών τα τελευταία 130 χρόνια από τους αδίστακτους πιστούς του «Προφήτη». Όλα τα μουσουλμανικά τεμένη καταστράφηκαν ενώ ο Νικηφόρος Β’ Φωκάς διέταξε να καούν επιδεικτικά όλοι οι ξύλινοι άμβωνες από όπου οι μωαμεθανοί χότζες εκφωνούσαν τις προσευχές τους. Δεν επέτρεψε όμως στους στρατιώτες του να σκοτώνουν άοπλους και σε πολεμιστές που παρέδιδαν τα όπλα. Ο Εμίρης του νησιού και η οικογένεια του, οι αξιωματικοί των Αράβων και οι ευγενείς αιχμαλωτίστηκαν. Τα πολυτιμότερα των λαφύρων χωρίστηκαν για να χρησιμεύσουν αργότερα στον θρίαμβο που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στον άξιο Στρατηγό Νικηφόρο Β’ Φωκά δόθηκε η επωνυμία «Καλλίνικος». Στη συνέχεια τοποθετήθηκε μια ετοιμοπόλεμη δύναμη στρατιωτών σε νέο κάστρο που κατασκευάστηκε σε ψηλό και απόκρημνο σημείο το οποίο ονομάστηκε Τέμενος (σημερινό Καστέλι) ενώ τα τείχη του Χάνδακα κατεστράφησαν. Μια σειρά από κάστρα κατασκευάστηκαν περιμετρικά του νησιού ενώ δημιουργήθηκαν και νέοι οικισμοί από πληθυσμούς κυρίως της Μικράς Ασίας και της Αρμενίας[6] για τον επανεποικισμό του νησιού και  την τόνωση του χριστιανικού στοιχείου το οποίο είχε ατονήσει δραματικά. Επικεφαλής της αυτοκρατορικής δύναμης στο νησί τοποθετήθηκε στρατηγός ο οποίος είχε στη διάθεση του και αριθμό πυροφόρων πλοίων για την απόκρουση τυχόν αραβικής προσπάθειας ανακατάληψης της Κρήτης. Μέχρι σήμερα σώζονται στην επαρχία Αποκορώνου και Ρεθύμνου χωριά με το όνομα Αρμένοι και επίθετα όπως Βαρούχας, Σκορδίλης, Μουρτζής ή Μουρτζανός, Μουσούρος, Μελισσηνός, Γαβαλάς, Βλαστός, Χορτάτζης και Λίθινος[7]. Οι οικογένειες αυτές ανήκαν στην επαρχιακή στρατιωτική τάξη των δυνατών με πλούσια δράση στα αραβοβυζαντινά μέτωπα και αποδεδειγμένη πίστη και αφοσίωση στην Αυτοκρατορία . Η εγκατάσταση τους στην Κρήτη άλλαξε ριζικά την κοινωνική σύνθεση ενώ αναζωογόνησε τις χριστιανικές κοινότητες του νησιού και το εθνικό φρόνημα των κατοίκων. Επίσης, μέρος των Σκαδιναβών μισθοφόρων (η Φρουρά των Βαράγγων θα δημιουργηθεί αργότερα) οικειοθελώς ζήτησε μετά την αποκατάσταση της αυτοκρατορικής διοίκησης να μείνει στο νησί και να κατοικήσει. Όλοι αυτοί οι στρατιώτες έλαβαν ως ανταμοιβή μεγάλο αριθμό εκτάσεων για καλλιέργεια και εκμετάλλευση προκειμένου να αποτελέσουν την νέα στρατιωτική αριστοκρατία ενώ ενώθηκαν με γάμους με τον ντόπιο πληθυσμό. Επί της ουσίας με τον τρόπο αυτό ο Νικηφόρος Β’ Φωκάς εγκατέστησε στο νησί μια νέα τάξη γαιοκτημόνων με το συνδυασμό του θεσμού του γεωργού/στρατιώτη κατά τα πρότυπα των ανατολικών Θεμάτων του Βυζαντίου. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν οικισμοί με ονομασία από τη βυζαντινή εποχή όπως οι Αρμένοι , το Αποσελέμι, ο Κατσαμπάς, η Έμπαρος  και το Χουμέρι.

Στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης CIMIC πολιτικής, αριθμός ευγενών και στρατιωτών του Βυζαντινού Στρατού παρέμεινε στο νησί δημιουργώντας νέους οικισμούς και φρούρια (πηγή:www.krititv.gr).

Όλοι οι χριστιανοί αιχμάλωτοι απελευθερώθηκαν καθώς και το υπόλοιπο νησί με μικρές μόνο αψιμαχίες. Κάθε μουσουλμανικό στοιχείο έγινε προσπάθεια να ξεριζωθεί με πρωταρχικό τα τζαμιά που υπήρχαν στο νησί. Ο προσωπικός φίλος και πνευματικός του στρατηγού, Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης[8] μαζί με τον Όσιο Νίκων ο Μετανοείτε [9]ανέλαβε να αποκαταστήσει την χριστιανική πίστη των κατοίκων του νησιού ενώ ξεκίνησε ένα μαζικό κίνημα αναβάπτισης όσων χριστιανών είχαν αλλαξοπιστήσει κατά την Αραβοκρατία.

CIMIC και Διακλαδικότητα στο Βυζάντιο

Η χρήση των παραπάνω όρων για τη βυζαντινή περίοδο φαντάζει τουλάχιστον αδόκιμη εξαιτίας της καθιέρωσης τους μεταγενέστερα. Όμως και οι δύο περιγράφουν πλήρως τις πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για την απελευθέρωση της Κρήτης και την αντιμετώπιση της ισλαμικής απειλής στα ανατολικά και νότια σύνορα της χώρας. Στον τομέα της πολιτικό-στρατιωτικής συνεργασίας (Civil-Military Cooperation, CIMIC[10]), όλοι οι κρατικοί θεσμοί ενεργοποιήθηκαν για την κοινωνική (μεταφορά πληθυσμών), ηθική (επαναφορά στον Ορθόδοξο Χριστιανισμό), πολιτισμική (καταστροφή όλων των αραβικών κτισμάτων), πολιτική (μετατροπή του νησιού σε Θέμα της Αυτοκρατορίας, καθιέρωση στρατιωτικής/φεουδαρχικής δομής), εκκλησιαστική (δημιουργία Ιερών Μητροπόλεων, κατασκευή ναών, κατήχηση του πληθυσμού) και οικονομική (ενδυνάμωση του εμπορίου) ανάπτυξη του νησιού. Οι παραπάνω πολιτικές είχαν χρησιμοποιηθεί και στο παρελθόν από την ενωμένη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία για τον εκρωμαιασμό των Φράγκων [11] τμηματικά και σε διάφορες χρονικές περιόδους. Η θεσμική μνήμη όμως παρέμενε και μάλιστα ενεργή από τις διοικητικές ελίτ. Ταυτόχρονα, οι στρατιωτικές στρατηγικές και τακτικές του Βυζαντινού Στρατού ακολουθούσαν τα ρωμαϊκά πρότυπα με αρκετές όμως διαφοροποιήσεις και έμφαση στο συνδυασμό των όπλων και των μονάδων, ένα είδος δηλαδή πρώιμης διακλαδικότητας. Ειδικά στις επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Κρήτης αυτά τα χαρακτηριστικά είναι έντονα. Συγκεκριμένα, πριν τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και κατά τη διάρκεια τους η συλλογή πληροφοριών και κατασκοπία υπήρξαν συνεχείς[12] , παράλληλα με άλλες όπως η απόκτηση θαλασσίου ελέγχου νικώντας σε θαλάσσιες αψιμαχίες τις αραβικές ναυτικές δυνάμεις και αποκλείοντας αποτελεσματικά το νησί. Ταυτόχρονα, ψυχολογικές επιχειρήσεις διεξάγοντας με όλους τους γνωστούς τρόπους της εποχής όπως διασπορά φημών, δήθεν αυτομόληση βυζαντινών στους Άραβες, επίδειξη δύναμης με σαρωτικές επιχειρήσεις πέριξ των περιοχών του Χάνδακα. Τέλος, η έφοδος για τη τελική νίκη έγινε με την υπονόμευση των τειχών από τους σκαπανείς, τη χρήση πολιορκητικών μηχανών, την ισχυρή επίθεση των Βαράγγων σε συνδυασμό με τις εμπειροπόλεμες δυνάμεις των ανατολικών Θεμάτων της Αυτοκρατορίας χωρίς να σταματήσει ο ναυτικός αποκλεισμός. Η βυζαντινή πολεμική μηχανή είχε επιδείξει πλήρη και ασυναγώνιστη μαχητική ικανότητα υπό τον Νικηφόρου Β’ Φωκά.

Αν και το τέλος του ένδοξου στρατηγού και μετέπειτα Αυτοκράτορα υπήρξε τραγικό και μαρτυρικό, σπουδαιότερη καταγραφή της φήμης του είναι ο στίχος από τα ηρωικά ακριτικά τραγούδια αλάνθαστο κριτήριο της φήμης και των ικανοτήτων του, «Μήτε το Βάρδα το Φωκά, μήτε το Νικηφόρο, μήτε το βαρυτράχηλο, πού τρέμει ή γη κι ό κόσμος».

Βιβλιογραφία

(1) Αναστάσιος (Γιαννουλάτος) – Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Ισλάμ-θρησκειολογική επισκόπηση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2006.

(2) Brown Peter, The World of Late Antiquity, Thames and Hudson, London, 1971.

(3) Mauricius, Strategikon, μετάφραση από G. T. Dennis και E. Gamillscheg, Vienna: Akademie, 1981.

(4) Miotto M., Η Ισλαμική Κατάκτηση της Συρίας – Πως και γιατί το Βυζάντιο έχασε την Ανατολή του, εκδ. Αφοί Βλάσση, Αθήνα 2007.

(5) Norwich J. J., Βυζάντιο-Οι Πρώτοι Αιώνες, εκδ. Intered, Αθήνα 1996.

(6) Nour A. – Σουλογιάννης Ε. Θ., Το Ισλάμ και οι Έλληνες Υπήκοοί του. Η Ελληνίδα στα Χαλιφάτα, Αθήνα 1973.

(7) Ostrogorsky G., Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους, τομ. Α΄, εκδ. Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 2002.

(8)Treadgold Warren, Byzantium and its Army, 284 – 1081,Stanford University Press, Stanford, California, 1995.

(9) Trimingham, J. S., Christianity Among the Arabs in Pre-lslamic Times. London, New York, Beirut: Longman, Librairie du Liban, 1979.

(10) Vasiliev Α. Α., Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453 (μετάφραση ΔημοσθΣαβράμη), εκδ. Μπεργαδής, Αθήνα 1954.


[1] Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, Έλληνας συριακής καταγωγής, υπήρξε μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του 8ου αιώνα, γνώστης της αραβικής γλώσσας και της ισλαμικής φιλολογίας. Αντιμετώπιζε το Ισλάμ ως αίρεση, αφού πολλά στοιχεία της είναι κοινά με αυτά του Χριστιανισμού και του Ιουδαϊσμού. Ο Θεόδωρος Αβουκαράς, μαθητής του Ιωάννη Δαμασκηνού, υπήρξε ο πρώτος Άραβας συγγραφέας, που ασχολήθηκε συστηματικά με τη διδασκαλία του Ισλάμ. Ο ίδιος τονίζει την αμφισβήτηση της προφητικής αποστολής του Μωάμεθ τον οποίο χαρακτηρίζει απαξιωτικά.

[2] Γλύκατζη-Αρβελέρ, Ελένη. 2012. Γιατί το Βυζάντιο. Αθήνα: Μεταίχμιο.

[3] Πιο συγκεκριμένα , ονόμασαν τον οικισμό Rabdh al-Khandaq (Φρούριο της Τάφρου), λόγω της βαθιάς αμυντικής τάφρου που έσκαψαν γύρω από την πόλη για προστασία.

[4] Ο Νικηφόρος Φωκάς αντιπροσώπευε, περισσότερο από όλους, τις αξίες και τα ιδανικά της βυζαντινής επαρχιακής στρατιωτικής αριστοκρατίας, όπως αυτά διαμορφώθηκαν κατά τον 10o αιώνα, βλ. A. Kazhdan, The Aristocracy and the Imperial Ideal, στο: M. Angold (ed.), The Byzantine Aristocracy IX to XIII Centuries, Oxford 1984,

[5] Ενδεικτικό αυτών των κινδύνων είναι το ακόλουθο γεγονός που σημειώθηκε στην αρχή της εκστρατείας. Λόγω των ισχυρών τειχών της πόλης του Χάνδακα και των συνεχών αντεπιθέσεων των Αράβων τα μέτρα ασφαλείας και οι διαταγές προς τους στρατιώτες ήταν πολύ αυστηρές ώστε να μην παρασύρονται από τις ξαφνικές τους επιδρομές και από τυχόν ευκαιρίες λεηλασίας. Παρά όμως τις διαταγές, ο βυζαντινός στρατηγός Καρτερός ή Κρατερός δεν υπάκουσε. Επιτέθηκε με τρομερή ισχύ εναντίον των αραβικών δυνάμεων που περίμεναν στην ακτή κατανικώντας τους κατά κράτος. Επέτρεψε όμως στους στρατιώτες του να επιδοθούν σε οινοποσία μετά τη μάχη. Τις βραδινές ώρες η πειθαρχία είχε χαλαρώσει αισθητά. Οι Άραβες που παρακολουθούσαν, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατασφάζοντας τις βυζαντινές δυνάμεις. Η ανάμνηση αυτής της πρώτης «ατυχίας» στην προσπάθεια των δυνάμεων του Νικηφόρου Φωκά είναι η ονομασία της ανωτέρω παραθαλάσσιας περιοχής με το όνομα Καρτερός από τον ομώνυμο βυζαντινό στρατηγό.

[6] Εγκατάσταση Αρμενίων δηλαδή Καυκάσιων πραγματοποιήθηκε κατά καιρούς και σε άλλες περιοχές με κυριότερη τη Θράκη. Αυτές οι μετακινήσεις πληθυσμών αποσκοπούσαν στην τόνωση του πληθυσμού και στην ενίσχυση του βυζαντινού συνόρου λόγω της εγγύτητας με την πρωτεύουσα. Η πρώτη μετακίνηση Αρμενίων στη Θράκη μαρτυρείται να πραγματοποιείται κατά τη βασιλεία του Μαυρικίου (582-602), και ακολούθησαν άλλες από τους Κωνσταντίνο Ε΄, Νικηφόρο Α΄ (802-811) και, τέλος, από τον Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή (969-976). Σε γενικές γραμμές οι πληθυσμοί αυτοί ελληνοποιήθηκαν στο πέρασμα του χρόνου ενισχύοντας την Αυτοκρατορία πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά.

[7] Τα επίθετα με μερικές αλλαγές συναντώνται και σήμερα στην Κρήτη όπως Σκορδίλης ή Σκορδιλάκης, Μουρτζανός ή Μουρτζάκης κ.α .

[8] Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του Πόντου από πλούσιους και ευσεβείς γονείς με καταγωγή από την Αντιόχεια, το 930μΧ. Υπήρξε υψηλής μόρφωσης κληρικός ενώ ήταν πνευματικός του Νικηφόρου Β’ Φωκά και του αδερφού του Λέοντα. Έκτισε το 963μΧ τη Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας στην άκρη του ακρωτήρι Άθω. Ως ένδειξη πίστης, αφοσίωσης και τιμής ο Νικηφόρος Β’ Φωκάς δώρισε τις  θύρες του ανακτόρου των εμίρηδων της Κρήτης οι οποίες κοσμούν σήμερα τη Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας καθώς και άλλα πλούσια δώρα. Η μνήμη του τιμάται στις 5 Ιουλίου.

[9] O Όσιος Νίκων (925μ.Χ-988μ.Χ) ο «Μετανοείτε», ήταν μοναχός και περιοδεύων Ιεροκήρυκας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ανέπτυξε σπουδαία ποιμαντική και κοινωνική δράση κυρίως στην Πελοπόννησο και την Κρήτη. Βασικό συστατικό του κηρύγματος του ήταν η μετάνοια χρησιμοποιώντας πολύ συχνά τη φράση του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή  «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».

[10] Αποτελεί μια στρατιωτική λειτουργία που αποσκοπεί στον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ των στρατιωτικών δυνάμεων και του πολιτικού περιβάλλοντος (κυβερνητικοί φορείς, τοπικές αρχές και πληθυσμός) για την υποστήριξη της στρατιωτικής αποστολής.

[11] Σαββίδης, Α. Γ. Κ. (2025). Ιστορία του Βυζαντίου (Τόμος Γ΄): 1025-1461 μ.Χ. Η ύστερη βυζαντινή αυτοκρατορία και ο μεσαιωνικός ελληνισμός. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.

[12] Ενδεικτικό των πληροφοριών που διέθετε η Αυτοκρατορία ήταν η πλήρης γνώση των ανταγωνισμών στον Αραβικό κόσμο πράγμα που δεν θα επέτρεπε την υποστήριξη των Αράβων της Κρήτης αλλά και η αναλυτική γνώση της διάταξης των Σαρακηνών στο Χάνδακα.

Διαβάστε επίσης και για τον Νικήτα Ωορυφά, τον κεραυνό του Βυζαντινού Ναυτικού του 9ου αιώνα.

Η πολιορκία του Χάνδακα από τις βυζαντινές δυνάμεις (πηγή)

Share:

Facebook
Twitter
WhatsApp
Email

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η παγκόσμια έλλειψη αξιωματικών εμπορικού ναυτικού είναι μύθος – Η πραγματική κρίση βρίσκεται αλλού

Όλο και πιο έντονα ακούγεται ότι υπάρχει μια παγκόσμια έλλειψη αξιωματικών εμπορικού ναυτικού. Από Έλληνες εφοπλιστές και μεγάλα ναυλομεσιτικά γραφεία μέχρι διεθνείς οργανισμούς και εταιρείες επάνδρωσης πλοίων, όλοι μιλούν για την έλλειψη αξιωματικών. Το τι φταίει όμως δεν μας έχει

Κικίλιας: Οι εκλογές θα κριθούν από τη δουλειά μας, όχι από τα νέα κόμματα…

«Οι επενδύσεις, οι μεταρρυθμίσεις και οι τομές στις οποίες έχει προχωρήσει όλα αυτά τα χρόνια η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας- αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα πολλαπλές κρίσεις όπως πανδημία, πολέμους, ενεργειακή κρίση, κλπ- πρέπει να συνεχιστούν και να ολοκληρωθούν προς όφελος της ελληνικής

Γράφει ο Δρ. Θωμάς Χατζηαθανασίου – FIR Αθηνών, Παρούσα κατάσταση και προοπτικές

FIR Αθηνών, Παρούσα κατάσταση και προοπτικές Γράφει ο Δρ. Θωμάς Χατζηαθανασίου * Το FIR Αθηνών, το οποίο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αεροναυτιλιακούς θεσμούς στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο και καθορίστηκε από περιφερειακές αεροναυτιλιακές διασκέψεις του ICAO, αναγνωρισμένο διεθνώς

Η Τεχνητή Νοημοσύνη στο επίκεντρο των Ποσειδωνίων 2026 – Η ναυτιλιακή τεχνολογία αλλάζει ρυθμό και μετασχηματίζει τον κλάδο

Η Τεχνητή Νοημοσύνη αναδεικνύεται σε έναν από τους βασικότερους μοχλούς εξέλιξης της παγκόσμιας ναυτιλίας, με τα Ποσειδώνια 2026 να επιβεβαιώνουν ότι η τεχνολογία έχει πλέον περάσει από το στάδιο της θεωρίας και των πιλοτικών εφαρμογών σε μια νέα εποχή ευρείας