Σε μια από τις σημαντικότερες δικαστικές υποθέσεις των τελευταίων ετών για το ασφαλιστικό σύστημα εξελίσσεται η σημερινή συνεδρίαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς τίθεται υπό κρίση ο τρόπος υπολογισμού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ), μιας κράτησης που εδώ και χρόνια επιβαρύνει εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους με υψηλότερες αποδοχές.
Η πρότυπη – πιλοτική δίκη που διεξάγεται σήμερα, Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026, αναμένεται να καθορίσει όχι μόνο το ύψος των μελλοντικών κρατήσεων αλλά και το ενδεχόμενο δημιουργίας δικαιώματος διεκδίκησης αναδρομικών ποσών για περίπου 400.000 συνταξιούχους που λαμβάνουν κύρια σύνταξη άνω των 1.400 ευρώ.
Η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων επιβάλλεται στις κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν συγκεκριμένα εισοδηματικά όρια. Σήμερα, η κράτηση υπολογίζεται με συντελεστή που εφαρμόζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και όχι μόνο στο τμήμα που υπερβαίνει το όριο των 1.400 ευρώ.
Αυτό ακριβώς είναι και το βασικό νομικό ζήτημα που εξετάζει το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η κράτηση θα έπρεπε να εφαρμόζεται μόνο στο ποσό που υπερβαίνει το όριο των 1.400 ευρώ και όχι στο σύνολο της σύνταξης. Πρόκειται για ένα μοντέλο αντίστοιχο με τη φορολογική κλίμακα που εφαρμόζεται στο εισόδημα, όπου το αφορολόγητο τμήμα παραμένει ανεπηρέαστο και η επιβάρυνση επιβάλλεται μόνο στο υπερβάλλον ποσό.
Η πρόταση που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα
Η λογική αυτή δεν αποτελεί νέα ιδέα. Αντίστοιχη πρόταση έχει καταθέσει στο παρελθόν και ο Συνήγορος του Πολίτη προς το Υπουργείο Εργασίας, προτείνοντας τη θέσπιση ενός ουσιαστικά «απαλλασσόμενου» ορίου μέχρι τα 1.400 ευρώ.
Μέχρι σήμερα, η πολιτεία επέλεξε μια πιο περιορισμένη παρέμβαση, προχωρώντας μόνο σε αναπροσαρμογή των κλιμακίων ώστε οι αυξήσεις των συντάξεων να μην εξανεμίζονται από τις κρατήσεις της ΕΑΣ.
Η σημερινή απόφαση όμως μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς.
Το παράδειγμα που δείχνει τη διαφορά
Το οικονομικό όφελος για τους συνταξιούχους θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντικό.
Σήμερα, ένας συνταξιούχος που λαμβάνει μικτή σύνταξη 2.000 ευρώ και υπόκειται σε κράτηση 7% πληρώνει εισφορά 140 ευρώ τον μήνα.
Αν εφαρμοζόταν το σύστημα του ακατάσχετου ή απαλλασσόμενου ορίου των 1.400 ευρώ, η κράτηση θα επιβαλλόταν μόνο στα 600 ευρώ που υπερβαίνουν το όριο.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, ακόμη και με υψηλότερο συντελεστή στο υπερβάλλον ποσό, η συνολική επιβάρυνση θα ήταν μικρότερη, οδηγώντας σε μηνιαίο όφελος δεκάδων ευρώ.
Σε ετήσια βάση, η διαφορά αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε εκατοντάδες ευρώ επιπλέον εισόδημα για κάθε συνταξιούχο.
Το ζήτημα των αναδρομικών
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της πιθανότητας δημιουργίας αξιώσεων για αναδρομικά.
Η πιλοτική προσφυγή αφορά συνταξιούχο που διεκδικεί επιστροφή ποσών για το διάστημα από 1η Ιανουαρίου έως 30 Σεπτεμβρίου 2019, υποστηρίζοντας ότι η εισφορά υπολογίστηκε λανθασμένα.
Εάν το δικαστήριο υιοθετήσει τη συγκεκριμένη ερμηνεία, θα δημιουργηθεί ισχυρό νομικό προηγούμενο για παρόμοιες διεκδικήσεις και από άλλους συνταξιούχους.
Το εύρος των πιθανών αναδρομικών θα εξαρτηθεί βέβαια από το ακριβές περιεχόμενο της απόφασης, τις παραγραφές και τις διοικητικές διαδικασίες που θα ακολουθήσουν.
Απόφαση με δημοσιονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τους συνταξιούχους αλλά και τα δημόσια οικονομικά, καθώς τυχόν αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού της ΕΑΣ θα έχει σημαντικό κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό.
Παράλληλα όμως αγγίζει ένα ζήτημα που επί χρόνια απασχολεί τους συνταξιούχους: κατά πόσο είναι δίκαιο η εισφορά να επιβάλλεται στο σύνολο της σύνταξης και όχι μόνο στο τμήμα που υπερβαίνει το σχετικό όριο.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ασφαλισμένους, συνταξιουχικές οργανώσεις και την κυβέρνηση, καθώς ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά το τοπίο των συντάξεων τα επόμενα χρόνια.
Για περίπου 400.000 συνταξιούχους, η σημερινή δίκη δεν είναι απλώς μια ακόμη δικαστική διαδικασία. Είναι μια υπόθεση που μπορεί να καθορίσει το ύψος του μηνιαίου εισοδήματός τους και να ανοίξει τον δρόμο για σημαντικές οικονομικές διεκδικήσεις στο μέλλον.



