Πριν 18 χρόνια, τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου του 2005, έφυγε από την ζωή ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο «ποιητής των διαψευσμένων ιδανικών της Αριστεράς» ή ο «ποιητής της ήττας» ή ο «Αριστερός ποιητής της Αριστερής τραγωδίας». γιατί μέσα στους στίχους του περιέγραψε με ποιητικό και τραχύ τρόπο τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς.
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ήταν ιατρός- ακτινολόγος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1925 και αγωνιστής της Αριστεράς ο οποίος μάλιστα φυλακίστηκε και καταδικάστηκε το 1949 σε θάνατο από στρατοδικείο για τα πολιτικά πιστεύω του. Βγήκε από τη φυλακή με την γενική αμνηστία το 1951.
Ήταν ένας κομμουνιστής που βίωσε την διάψευση της πολιτικής που υποστήριξε με τόσο πάθος, ακόμα και με κίνδυνο την ίδια του τη ζωή. Είδε το σταλινικό σύστημα της τρομοκρατίας, είδε την εξέλιξη και πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Διαψεύστηκε και το συνειδητοποίησε.
Δεν ήταν όμως λιποτάκτης της πραγματικής αριστερής ιδεολογίας. Αν και η ποίησή του είναι απαισιόδοξη και επικριτική στην Αριστερά (όπως αυτή λειτουργεί στην πράξη), εντούτοις οι στοίχοι του περιέχουν σταγόνες, ποτιστικές, που μπορούν να αλλάξουν το αύριο. Μέσα από μια αφοπλιστική ειλικρίνεια ο ποιητής προσπαθεί να ενεργοποιήσει τους γύρω του τονίζοντας την ιστορική ευθύνη που έχουμε όλοι απέναντι στην υγιή εξέλιξη της κοινωνίας.
Ο Αναγνωστάκης δεν πούλησε τους αγώνες του με θέσεις και αξιώματα. Δεν έγινε αριστερός του χαβιαριού (Gauche Caviar), όπως πολλοί «συναγωνιστές του», (ψευτο)διανοούμενοι και μη. Δεν μπορούσε να συμμετέχει σε καμία αναπαλαίωση αριστερών ιδεολογιών για επικοινωνιακούς λόγους. Ήταν πραγματικά «ανανεωτικός».
Η μετεξέλιξη του ανανεωτικού ΚΚΕ Εσωτερικού στο σημερινό ΣΥΡΙΖΑ θα τον είχε πληγώσει βαθύτατα, ενώ παράλληλα θα τον είχε επιβεβαιώσει ως ποιητή της «Αριστερής Τραγωδίας» για μια ακόμη φορά.
Φοβάµαι …
Φ ο β ά µ α ι τους ανθρώπους που εφτά
χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει
χαµπάρι και µια ωραία πρωία –
µεσούντος κάποιου Ιουλίου-βγήκαν
στις πλατείες µε σηµαιάκια κραυγάζοντας
«δώστε τη χούντα στο λαό».
Φ ο β ά µ α ι τους ανθρώπους που
µε καταλερωµένη τη φωλιά πασχίζουν
τώρα να βρούν λεκέδες στη δική σου.
Φ ο β ά µ α ι τους ανθρώπους που σου
κλείναν την πόρτα µην τυχόν και τους
δώσεις κουπόνια και τώρα τους βλέπεις
στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν
γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φ ο β ά µ α ι τους ανθρώπους
που γέµιζαν τις ταβέρνες και τα σπάζαν
στα µπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα
τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει
το µεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φ ο β ά µ α ι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο
όταν σε συναντούσαν και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις ίσιο δρόµο.
Φ ο β ά µ α ι, φοβάµαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόµη περισσότερο.
Μανόλης Αναγνωστάκη, Νοέμβριος 1983
Ο Αναγνωστάκης δεν μπορούσε να δεχτεί, να συνειδητοποιήσει, την σταδιακή αλλά και ταυτόχρονα ριζική μετάλλαξη του αριστερού κινήματος που με τόσο αυταπάρνηση υπηρέτησε. Δεν μπορούσε να κατανοήσει πως ένας πρώην αριστερός σύντροφος φορούσε με τόσο άνεση το κοστούμι του προοδευτισμού, υπηρετώντας ταυτόχρονα –με ωραία λόγια όμως – τις πιο αντισοσιαλιστικές θέσεις και πολιτικές.
Ο Αναγνωστάκης απογοητευμένος από την ψευτοαριστερή ψευτοδιανόηση πουλώντας «αριστερισμό», γράφει «Όλοι αυτοί οι πολεοδόμοι, φιλόσοφοι, οικονομολόγοι, καθηγητές κτλ., που γράφουν, συζητούν, αγορεύουν σε συνέδρια και σε σεμινάρια για τη βαρβαρότητα των πόλεων, τη μαζοποίηση, την αλλοτρίωση, το αδιέξοδο του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού, από προοδευτική πάντα σκοπιά, αριστερή και συνήθως άκρως ριζοσπαστική- πόσο βολεμένοι οι ίδιοι σε θέσεις με γερούς μισθούς και επιμίσθια, με παροχές και ταξίδια, πόσο δεμένοι οι ίδιοι με το σύστημα που καταριούνται και, υποτίθεται, αγωνίζονται για την ανατροπή του, πόσο βέβαιοι τελικά πως τίποτα ευτυχώς δεν κινδυνεύει ν� αλλάξει, τουλάχιστον στο αμέσως προσεχές μέλλον».
Είναι επίσης σίγουρο ότι αν ζούσε την εποχή της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ή ακόμη και σήμερα θα είχε πολλά περισσότερα γράψει … αν και είχε αποφασίσει (όπως και έκανε) να σταματήσει το γράψιμο από νωρίς.
Και επειδή πρέπει να κλείσω με κάτι θαλασσινό ….
Ἴσκιοι βουβοὶ ἀραγμένοι στὴ σκάλα
Μάτια θολὰ ποὺ κράτησαν εἰκόνες θαλασσινὲς
Κύματα μὲ τὴ γλυκιὰν ἀγωνία στὴν κάτασπρη ράχη
Γυμνὸς κυλίστηκα μέσα στὴν ἄμμο μὰ δὲν ὑποτάχτηκα
Καὶ δὲν ἀγάπησα μόνον ἐσένα ποὺ τόσο μὲ κράτησες
Ὅπως ἀγάπησα τὰ ναυαγισμένα καράβια μὲ τὰ τραγικὰ ὀνόματα
Τοὺς μακρινοὺς φάρους, τὰ φῶτα ἑνὸς ἀπίθανου ὁρίζοντα
Τὶς νύχτες ποὺ γύρευα μόνος νὰ βρῶ τὸ χαμένο ἑαυτό μου
Τὶς νύχτες ποὺ μόνος γυρνοῦσα χωρὶς κανεὶς νὰ μὲ νιώσει
Τὶς νύχτες ποὺ σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αὐταπάτη.
Evangelos Agelos Kyriazopoulos



