Οι πρώτες αυξήσεις στους ναύλους στις θαλάσσιες μεταφορές και ειδικότερα στα φορτηγά οχήματα, λόγω της ένταξης της ναυτιλίας στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων (EU ETS-ΣΕΔΕ), ανακοινώθηκαν επισήμως χθες από τη μεγαλύτερη εταιρεία του κλάδου στη Μεσόγειο και μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, τον όμιλο Grimaldi.

Ο ιταλικός όμιλος ανακοίνωσε για τη μεταφορά φορτηγών οχημάτων επίναυλο σε όλες τις γραμμές που εξυπηρετεί στη Μεσόγειο, διεθνείς και τοπικές (εκτός των γραμμών της Κρήτης), το ύψος του οποίου κυμαίνεται από 3,50 ευρώ μέχρι και 8,50 ευρώ ανά γραμμικό μέτρο (lane meter).

Αυτό σημαίνει ότι ένα φορτηγό 20 μέτρων θα πληρώσει επιπλέον από 70 μέχρι 170 ευρώ. Στις γραμμές Ιταλίας-Ελλάδας και αντιστρόφως η αύξηση ανά lane meter είναι Αγκόνα-Ηγουμενίτσα 8,5 ευρώ, Μπρίντεζι-Ηγουμενίτσα 4,50 ευρώ, Βενετία-Πάτρα 8,50 ευρώ, Βενετία-Ηγουμενίτσα 8,50 ευρώ, Μπάρι-Πάτρα 4,50 ευρώ, Μπάρι-Ηγουμενίτσα 4,50 ευρώ. Πρόκειται με βάση τους ισχύοντες ναύλους για αύξηση μεταξύ 10% και 15%, ανάλογα με τη γραμμή και το πλοίο.

Ο ιταλικός όμιλος δεν ανακοίνωσε επίναυλο για τους επιβάτες.

Την κίνηση του ομίλου Grimaldi αναμένεται να ακολουθήσουν και άλλες ναυτιλιακές εταιρείες με οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) ή επιβατηγά οχηματαγωγά (ro-pax). Στις γραμμές Ελλάδας-Ιταλίας ανάλογες ανακοινώσεις αναμένονται το επόμενο διάστημα από την Attica Group, η οποία επίσης δραστηριοποιείται στις συγκεκριμένες. Επίσης σύντομα αναμένεται να ανακοινωθούν και οι επίναυλοι στη γραμμή Πειραιάς-Κρήτη.

Υπενθυμίζεται ότι η χώρα μας έχει πάρει εξαίρεση μέχρι το 2030 από το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων για όλα τα πλοία που είναι δρομολογημένα σε γραμμές που συνδέουν νησιά με πληθυσμό λιγότερο των 200.000 κατοίκων. Με βάση αυτή την εξαίρεση οι μόνες εσωτερικές γραμμές που «εντάσσονται» στο σύστημα εμπορίας ρύπων είναι οι γραμμές της Κρήτης, όπου δραστηριοποιούνται Attica Group και Μινωικές Γραμμές, θυγατρική του ομίλου Grimaldi.

Η οδηγία

Με την εγκύκλιό του προς τους συνεργάτες του ναυτιλιακούς πράκτορες, ο ιταλικός όμιλος ενημερώνει ότι στις 5 Ιουνίου 2023 τέθηκε σε ισχύ η ευρωπαϊκή οδηγία (ΕΕ) 2023/959, που συμπεριλαμβάνει τον ναυτιλιακό τομέα σε ένα σύστημα φορολόγησης των εκπομπών CO2, το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ). Ως αποτέλεσμα της οδηγίας, όλες οι ναυτιλιακές εταιρείες θα είναι υποχρεωμένες να αντισταθμίζουν τις εκπομπές CO2, αγοράζοντας δικαιώματα εκπομπής στη ρυθμιζόμενη αγορά (ένα δικαίωμα-EUA ισοδυναμεί με 1 τόνο εκπεμπόμενου CO2). Το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του ΣΕΔΕ της ΕΕ καλύπτει το 100% των εκπομπών για τα ενδοκοινοτικά δρομολόγια και το 50% των εκπομπών για τα δρομολόγια εκτός ΕΕ.

Επίσης η ένταξη στο ΣΕΔΕ της ναυτιλίας γίνεται σταδιακά, γεγονός που σημαίνει ότι λαμβάνεται υπόψη το 40% των εκπομπών από την 1.1.2024, το 70% των εκπομπών που παράγονται από την 1.1.2025 και το 100% των εκπομπών που παράγονται από την 1.1.2026.

Επιβάρυνση

Το εν λόγω σύστημα προβλέπει την υποχρέωση όλων των ναυτιλιακών εταιρειών να αγοράζουν EUA για την αντιστάθμιση των εκπεμπόμενων τόνων CO2 από την 1η Ιανουαρίου 2024, τονίζει ο όμιλος Grimaldi. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, από την 1η Ιανουαρίου 2024 είμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόσουμε τη «ρήτρα προσαύξησης ETS» που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως τις 31 Μαρτίου 2024, όταν θα επικαιροποιηθεί και πάλι.

Αναλυτικά, η επιβάρυνση θα υπολογίζεται, όπως εξηγεί ο ιταλικός όμιλος, με βάση διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των διανυθέντων χιλιομέτρων, των εκπομπών CO2 (λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα πλεύσης, την κατανάλωση, τους συντελεστές χρήσης των πλοίων και τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες) και των τιμών (σε ευρώ) των εκπομπών CO2, η οποία θα επικαιροποιείται σε τρίμηνη βάση και θα υπολογίζεται με βάση τη μέση μηνιαία τιμή EUA έως τις 20 του προηγούμενου μήνα (π.χ. η προσαύξηση ETS στο τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου θα βασίζεται στη μέση τιμή EUA κατά την περίοδο μεταξύ 20 Μαρτίου και 20 Φεβρουαρίου).

Τέλος, ο όμιλος Grimaldi υπενθυμίζει ότι έχει δεσμευθεί να στηρίξει εθνικές και διεθνείς περιβαλλοντικές πολιτικές που αποσκοπούν στη μείωση των εκπομπών CO2 μέσω μιας συνεχούς ανανέωσης του στόλου με στόχο τη μείωση των ρυπογόνων εκπομπών και τη χρήση εναλλακτικών καυσίμων, γεγονός που θα οδηγεί και σε μείωση της επιβάρυνσης.