Ηπρόβλεψη του νέου πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για σημαντικές αυξήσεις στις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας έχει πυροδοτήσει έντονο δημόσιο διάλογο. Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο συζητήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με πολίτες να εκφράζουν διαφορετικές απόψεις τόσο για το ύψος των αυξήσεων όσο και για το κατά πόσο η συγκεκριμένη συγκυρία είναι η κατάλληλη για μια τέτοια παρέμβαση.
Αφορμή στάθηκε η διάταξη του άρθρου 56, η οποία αναμορφώνει το μισθολογικό καθεστώς του Αρχιεπισκόπου, των μητροπολιτών και των τιτουλάριων μητροπολιτών. Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές τους θα συνδέονται άμεσα με το ανώτατο μισθολογικό όριο που ισχύει για τους γενικούς γραμματείς υπουργείων στο Δημόσιο.
Με βάση τη ρύθμιση, οι συνολικές αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ηγεσίας θα αντιστοιχούν στο 90% του συγκεκριμένου πλαφόν, το οποίο σήμερα διαμορφώνεται στα 5.191 ευρώ. Έτσι, οι μηνιαίες μεικτές αποδοχές θα ανέρχονται στα 4.671,90 ευρώ.
Η συζήτηση που άνοιξε δεν περιορίζεται μόνο στους κληρικούς, αλλά επεκτείνεται ευρύτερα στο ζήτημα των μισθολογικών ανισοτήτων. Πολλοί πολίτες υποστηρίζουν ότι, πριν από οποιαδήποτε αύξηση σε ειδικές κατηγορίες λειτουργών, θα έπρεπε να δοθεί έμφαση σε επαγγέλματα που αντιμετωπίζουν διαχρονικά προβλήματα υποστελέχωσης και χαμηλών αποδοχών, όπως οι εκπαιδευτικοί και οι γιατροί.
Σε σχετική έρευνα κοινής γνώμης που πραγματοποίησε το Orange Press Agency, καταγράφηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις γύρω από το θέμα. Άλλοι στάθηκαν στο ζήτημα της προτεραιοποίησης των δημόσιων δαπανών, ενώ άλλοι υπογράμμισαν ότι το πρόβλημα δεν είναι οι αυξήσεις στους ιεράρχες, αλλά η αδυναμία βελτίωσης των αποδοχών ευρύτερων κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων.
Ο Άγγελος, που μόλις έδωσε για πανελλήνιες, εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια, χαρακτηρίζοντας την απόφαση άδικη σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατεί σε επαγγέλματα όπως των γιατρών και των εκπαιδευτικών, οι οποίοι ενώ «παρέχουν λειτούργημα, παραγκωνίζονται».
Ο Δημήτρης, κρίνοντας από τη δουλειά του, συμφωνεί ότι υπάρχει οικονομικό χάσμα, προσεγγίζει ωστόσο το θέμα διαφορετικά. Όπως εξηγεί, το ζητούμενο δεν είναι η μείωση των αποδοχών των ιερέων, «και αυτοί έχουν οικογένειες», αλλά να αυξηθεί το εισόδημα των υπόλοιπων. Σε ό,τι αφορά την κρατική χρηματοδότηση, θεωρεί ότι δεν χρειάζεται διατάραξη της παρούσας σχέσης μεταξύ Εκκλησίας και κράτους, αλλά «να κοπούν πόροι που είναι πραγματικά περιττοί».
Από την πλευρά του, ο Βασίλης, αυτοπροσδιοριζόμενος ως «κακοπληρωμένος εκπαιδευτικός», υποστηρίζει ότι θα ήταν δικαιότερο «να γίνουν αυξήσεις σε όλους τους τομείς, σε όλα τα επαγγέλματα και όχι μόνο σε ένα. Όποιο και να είναι αυτό. Είτε είναι ιερείς, είτε είναι γιατροί, είτε οτιδήποτε άλλο». Όπως σημειώνει, η μισθολογική πολιτική θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τους εργαζόμενους που καταβάλλουν ιδιαίτερα απαιτητική εργασία, όπως «εργάτες που είναι στον δρόμο όπως σε κατασκευαστικά έργα». Παράλληλα, εκφράζει την άποψη ότι το κόστος μισθοδοσίας των κληρικών δεν θα πρέπει να επιβαρύνει αποκλειστικά το Δημόσιο, αλλά να υπάρχει συμμετοχή και της Εκκλησίας.
Ακόμη πιο επικριτική εμφανίζεται η Σπυριδούλα, η οποία δηλώνει άθεη και αμφισβητεί τη χρηματοδότηση της Εκκλησίας μέσω της φορολογίας. Όπως αναφέρει, «η Εκκλησία είναι αυτοκέφαλη» και κατά συνέπεια «οι αυξήσεις δεν πρέπει να δίνονται από το κράτος, αλλά από το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας». Κατά την ίδια, οι διαθέσιμοι πόροι θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε τομείς με πιο πιεστικές ανάγκες, όπως η δημόσια υγεία και η εκπαίδευση.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η Σοφία, η οποία θεωρεί ότι η ενίσχυση κρίσιμων δημόσιων υπηρεσιών θα έπρεπε να προηγηθεί. Όπως επισημαίνει, «οι ειδήσεις δείχνανε για νησιά που δεν έχουν κόσμο, ούτε γιατρούς, ούτε εκπαιδευτικούς, ή ότι παίρνουν πολύ χαμηλούς μισθούς. Θεωρώ ότι θα ήταν πολύ πιο δίκαιο αν πήγαιναν σε αυτούς».
Η συζήτηση γύρω από τη μισθολογική αναβάθμιση της ανώτατης εκκλησιαστικής ηγεσίας αναμένεται να συνεχιστεί και εντός της Βουλής, καθώς η διάταξη φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ευρύτερο ζήτημα των προτεραιοτήτων στη διαχείριση των δημόσιων πόρων και των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας.



