Συγγραφέας: Υποναύαρχος (ε.α.) Στάθης Κυριακίδης, πρώην Διοικητής ΚΕΝΑΠ, Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
Η Ναυτική Αποτροπή (Maritime Interdiction) ως όρος, αναφέρεται στις προσπάθειες που καταβάλλουν τόσο τα κράτη, όσο και διεθνείς Οργανισμοί για την πρόληψη παράνομων δραστηριοτήτων στη θάλασσα. Αυτό περιλαμβάνει μέτρα για την προστασία κρίσιμων υποδομών (στο βυθό και στην επιφάνεια), καθώς και δράσεις για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, του λαθρεμπορίου, της πειρατείας, της διακίνησης ανθρώπων και της παράνομης ή μη εξουσιοδοτημένης αλιείας.
Συναφώς, η Ναυτική Αποτροπή περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα πολιτικών, στρατηγικών, και επιχειρήσεων στο πεδίο, που συχνά απαιτούν στενή συνεργασία διαφόρων πολιτικών και στρατιωτικών φορέων. Οι ανάλογες επιχειρήσεις Ναυτικής Αποτροπής (Maritime Interdiction Operations – MIO), αποτελούν το κύριο εργαλείο για την εξασφάλιση της θαλάσσιας ασφάλειας. Η έννοια, βέβαια, της Αποτροπής, εντάσσεται σε συγκεκριμένο ιστορικό και γεωπολιτικό πλαίσιο, ανάλογα με τις εκάστοτε απειλές και προκλήσεις στη θάλασσα.
Κατά τον πόλεμο, οι επιχειρήσεις ΜΙΟ, ορίζονται ως ναυτικές επιχειρήσεις που αποσκοπούν στην καθυστέρηση, αποδιοργάνωση ή καταστροφή των δυνάμεων ή των γραμμών εφοδιασμού του εχθρού, προτού φτάσουν στην περιοχή μάχης και προκαλέσουν βλάβη στις φίλιες δυνάμεις.
Η Ναυτική Αποτροπή, υπό την έννοια της επιβίβασης και επιθεώρησης πλοίων για την επιβολή νόμων ή κυρώσεων, έχει εξελιχθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Διάφοροι παράγοντες όπως οι τεχνολογική πρόοδος, το Διεθνές Δίκαιο και οι γεωπολιτικές προκλήσεις συνέβαλαν στον ιστορικό μετασχηματισμό τους. Η πρώτη καταγεγραμμένη επιχείρηση Ναυτικής Αποτροπής ήταν ο αποκλεισμός της Αίγινας από τον αθηναϊκό στόλο κατά τον πρώτο Πελοποννησιακό Πόλεμο, το 458 π.Χ. Η επιχείρηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την παράδοση της Αίγινας, την καταβολή φόρου υποτέλειας και την ένταξή της στη Δηλιακή Συμμαχία.
Στην αρχαιότητα και εν συνεχεία στο μεσαίωνα, η Ναυτική Αποτροπή συνδεόταν κυρίως με την καταπολέμηση της πειρατείας, αλλά και την επιβολή ναυτικής κυριαρχίας. Ισχυρές ναυτικές δυνάμεις όπως η Ρώμη, η Καρχηδόνα και αργότερα η Βρετανική Αυτοκρατορία χρησιμοποίησαν το στόλο τους για να προστατεύσουν τις εμπορικές διαδρομές. Τα γράμματα εξουσιοδοτημένης επιδρομής (“letters of marque”), για παράδειγμα, ήταν κρατικές άδειες που επέτρεπαν σε ιδιώτες να επιτίθενται σε εχθρικά πλοία, προκειμένου να κατάσχουν το φορτίο, συνιστώντας έτσι μια μορφή “επίσημης” πειρατείας. Επίσης κατά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, η Βρετανία εφάρμοσε ναυτικούς αποκλεισμούς για να εμποδίσει τη Γαλλία να προσεγγίσει τις αποικίες της.
Κατά το 19ο αιώνα, θεσπίστηκαν νόμοι με διεθνή αναγνώριση που αφορούσαν το δικαίωμα επιθεώρησης και κατάσχεσης πλοίων που σχετίζονταν με δουλεμπόριο ή πειρατεία. Το Διάταγμα των Παρισίων (1856) για παράδειγμα, περιόρισε την πρακτική της καταδρομής και ρύθμισε την μεταχείριση ουδέτερων πλοίων στον πόλεμο.
Κατά τους δύο παγκόσμιους πολέμους του 20ου αιώνα, έγινε εκτεταμένη αξιοποίηση της Ναυτικής Αποτροπής, κυρίως μέσω ναυτικών αποκλεισμών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο αποκλεισμός των γερμανικών ακτών από το βρετανικό Ναυτικό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι επιθέσεις των γερμανικών υποβρυχίων (U-boats) κατά νηοπομπών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Φυσικά, η ανάπτυξη της τεχνολογίας υποβρυχίων και αεροσκαφών άλλαξε σημαντικά τη δυναμική αυτού του είδους των επιχειρήσεων, καθιστώντας τον Ναυτικό αποκλεισμό πιο περίπλοκο και επικίνδυνο.

Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, η χρήση της Ναυτικής Αποτροπής επικεντρώθηκε σε εμπάργκο και εμπορικές κυρώσεις. Τα πλοία του ΝΑΤΟ αρκετές φορές απέτρεψαν πλοία του Συμφώνου της Βαρσοβίας από το να μεταφέρουν πολεμικό υλικό σε Κούβα και Βιετνάμ. Κατά τη Κρίση της Κούβας (1962), για παράδειγμα, το αμερικανικό ναυτικό επέβαλε “καραντίνα” (“quarantine”) για να εμποδίσει την παράδοση σοβιετικών πυραύλων. Η χρήση του συγκεκριμένου όρου επελέγη προκειμένου να αποφευχθούν πιθανές νομικές συνέπειες και κυρώσεις.
Κατά τη δεκαετία του ’90 η Ναυτική Αποτροπή χρησιμοποιήθηκε για την επιβολή των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας ων Ηνωμένων Εθνών, στα Στενά του Χορμούζ και τον Κόλπο της Άκαμπα πριν και κατά την Επιχείρηση ‘Καταιγίδα της Ερήμου’ (‘Desert Storm’), για την απελευθέρωση του Κουβέιτ, μετά την εισβολή του Ιράκ (1990-91). Επίσης, κατά τη διάρκεια του πολέμου στη πρώην Γιουγκοσλαβία (1993–1996), ΝΑΤΟ και Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση διενήργησαν επιχειρήσεις Ναυτικής Αποτροπής στην Αδριατική. Οι εν λόγω επιχειρήσεις αφορούσαν κυρίως έλεγχο για καύσιμα και όπλα.
Στον 21ο αιώνα η Ναυτική Αποτροπή απετέλεσε βασικό εργαλείο κατά της πειρατείας, κυρίως στο Κέρας της Αφρικής και τις ακτές της Σομαλίας. Διεθνείς επιχειρήσεις όπως η ‘ATALANTA’ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η OCEAN SHIELD του ΝΑΤΟ, εκτελέστηκαν προκειμένου να εξασφαλιστεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στον Κόλπο του Άντεν.
Σήμερα, η Ναυτική Αποτροπή έχει μια έννοια ολιστική, πολυσύνθετη και διυπηρεσιακή, και αναφέρεται σε ένα ευρύ φάσμα ενεργειών για τη διατήρηση της ναυτικής ασφάλειας. Αντιμετωπίζει τόσο παραδοσιακές όσο και αναδυόμενες απειλές, αξιοποιώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις για την ενίσχυση της παγκόσμιας ασφάλειας. Οι επιχειρήσεις Ναυτικής Αποτροπής περιλαμβάνουν προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται από ναυτικές δυνάμεις και άλλες υπηρεσίες ναυτικής ασφάλειας, όπως η συλλογή και ανάλυση πληροφοριών, καθώς και η επιβίβαση, επιθεώρηση, εκτροπή ή ακόμα και κατάσχεση πλοίων που είναι ύποπτα για παράνομες δραστηριότητες.
Επίσης, στις αποστολές των Επιχειρήσεων Ναυτικής Αποτροπής συμπεριλαμβάνονται ο έλεγχος και περιορισμός της διακίνησης όπλων μαζικής καταστροφής, η απαγόρευση διακίνησης ναρκωτικών και ανθρώπων, η επιβολή των ψηφισμάτων (πχ κυρώσεις) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η καταπολέμηση της πειρατείας και η προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και των πλουτοπαραγωγικών πηγών.
Επιπροσθέτως, η Ναυτική Αποτροπή έχει αναβαθμισθεί ένεκα της τεχνολογικής προόδου: Η χρήση δορυφορικής παρακολούθησης, προηγμένων ραντάρ, μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων (UAVs) και σύγχρονων συστημάτων επικοινωνίας, έχει ενισχύσει την ικανότητα των ναυτικών δυνάμεων, αλλά και των Σωμάτων Ασφαλείας (Ακτοφυλακή, Λιμενικό), να εντοπίζουν και να αναχαιτίζουν ύποπτα πλοία σε εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές. Τα πλοία σήμερα είναι στελεχωμένα και με ομάδες νηοψίας εκπαιδευμένες για εξειδικευμένες αποστολές, όπως η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και η καταπολέμηση της πειρατείας.
Η χώρα μας, κατεξοχήν ναυτικό έθνος, επέλεξε να επενδύσει στον τομέα της Ναυτική Αποτροπής και, ήδη από το 2003, δημιούργησε τις προϋποθέσεις ανάπτυξης ενός πρότυπου Κέντρου Εκπαίδευσης, στον ευρύτερο χώρο του Ναυστάθμου Κρήτης, στη Σούδα: Το Κέντρο Εκπαίδευσης Ναυτικής Αποτροπής (ΚΕΝΑΠ) ή NATO Maritime Interdiction Operational Training Center – NMIOTC (https://nmiotc.nato.int/), ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2008, και μέχρι σήμερα έχει σημαντικά επιτεύγματα να επιδείξει, κερδίζοντας την αναγνώριση και την εμπιστοσύνη τόσο των συμμαχικών χωρών του ΝΑΤΟ, όσο και Εταίρων, που επιλέγουν το Κέντρο για την εκπαίδευση και πιστοποίηση των μονάδων τους.
Παράλληλα, έχει αναλάβει τη Διοίκηση Ναυτικών Επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (Common Security and Defence Policy, CSDP), που το κύριο μέρος της Αποστολής (mandate) είναι η Ναυτική Αποτροπή. Έτσι, η Ελλάδα έχει την Επιχειρησιακή Διοίκηση της EUNAVFOR ASPIDES στην Ερυθρά και της Αραβική Θάλασσα, ενώ έχει την Τακτική Διοίκηση (εκ περιτροπής με την Ιταλία) της EUNAVFOR MED IRINI στην Κεντρική Μεσόγειο.
Τέλος, οι σύγχρονες πολεμικές συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή ενδιαφέροντος της Ελλάδας, κατέδειξαν – εκ νέου – το ρόλο των Επιχειρήσεων Ναυτικής Αποτροπής. Τόσο στον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας όσο και σ’ αυτόν του Ισραήλ με τη Χαμάς, αλλά και τους Χούθι της Υεμένης, ο έλεγχος των θαλασσίων οδών και η απαγόρευση προσέγγισης ακτών ενδιαφέροντος, συνεχίζουν να αποτελούν βασική προτεραιότητα των εμπλεκομένων και η συμμετοχή των ναυτικών μονάδων, έχει ως κύρια αποστολή τη διεξαγωγή επιχειρήσεων Ναυτικής Αποτροπής.




