Ο Κωνσταντίνος Φίλης για το πού οδηγούνται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις το 2022

Πώς εξελίσσεται η μετα-Ερντογάν εποχή, τι θα γίνει με το Κυπριακό, γιατί η Άγκυρα βάζει και νέα «θέματα» στο τραπέζι, όπως η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Τι απαντά ο εκ των κορυφαίων καθηγητών στο ερώτημα αν αρκούν οι εξοπλισμοί ή η Αθήνα χρειάζεται να αναλάβει πρωτοβουλίες διαλόγου για την επίλυση των προβλημάτων.
Την πορεία εξέλιξης των ελληνοτουρκικών σχέσεων τη νέα χρονιά αναλύει με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στο iEidiseis ο Κωνσταντίνος Φίλης.

Ο εκ των κορυφαίων καθηγητών της χώρας, μέλος συμβουλευτικής επιτροπής ΙΔΙΣ και συγγραφέας του βιβλίου «Διεκδικητικός Πατριωτισμός» (Εκδόσεις «Παπαδόπουλος») αναφέρεται επίσης στο πώς διαμορφώνεται η μετα-Ερντογάν εποχή στην Τουρκία, τι αναμένουμε στο Κυπριακό, ενώ απαντά και στο ερώτημα για το εάν αρκούν οι εξοπλισμοί ή η Αθήνα χρειάζεται να αναλάβει πρωτοβουλίες διαλόγου για την επίλυση των προβλημάτων.

Πώς εκτιμάτε ότι θα εξελιχθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εντός του 2022;

Κύριε Σκουρή, η μόνη βεβαιότητα είναι ότι δεν μπορεί να γίνει καμία ασφαλής εκτίμηση.

Άλλωστε, η πορεία των ελληνοτουρκικών δεν κρίνεται μόνο στο διμερές επίπεδο. Αν, επί παραδείγματι, υπάρχει ανάφλεξη στην Ουκρανία, που δεν είναι το πιθανότερο σενάριο, ή έστω συντήρηση της έντασης ανάμεσα σε Δύση και Ρωσία, δεν θα είναι εύκολο για την Τουρκία να προκαλέσει με κάποια ενέργειά της ρήγμα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Όσο βέβαια διαρκεί η αβεβαιότητα, θα θελήσει να αναδείξει τη χρησιμότητά της για τη Δύση, αλλά η στρατηγική κατανόηση με τη Μόσχα δεν της δίνει μεγάλα περιθώρια ελιγμών ούτε έναντι της Μόσχας (αν, π.χ. θίξει τα ρωσικά συμφέροντα στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο θα ανταποδώσει, πιθανότατα στη Συρία). Επίσης, η προστιθέμενη αξία που προσφέρει η Άγκυρα στην Ουάσιγκτον, με τη εμπλοκή της στο Αφγανιστάν, μόνο αμελητέα δεν είναι, ωστόσο, για την ώρα δεν της δίνει ισχυρότερο λόγο στον Λευκό Οίκο. Ούτε είναι ανταλλάξιμη η παρουσία της στην Καμπούλ με τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου.

Άλλωστε, λόγω της αμοιβαίας δυσπιστίας που διακατέχει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και κυρίως της έλλειψης εμπιστοσύνης του Μπάιντεν προς τον Ερντογάν, ο τελευταίος προετοιμάζει το έδαφος για μία συνολική διαπραγμάτευση με τον πρώτο και γνωρίζει ότι αν εν τω μεταξύ δημιουργήσει κάποια ανισορροπία (π.χ. σε Αιγαίο ή Ανατολική Μεσόγειο) θα έχει απολέσει την ευκαιρία (του). Φαίνεται, δηλαδή, σαν να είναι προαπαιτούμενο για να ανοίξει το κανάλι με τον Μπάιντεν και ο διάλογος για σειρά ζητημάτων που απασχολούν Άγκυρα και Ουάσιγκτον, η επίδειξη καλής διαγωγής και η αυτοσυγκράτηση εκ μέρους του Ερντογάν. Άρα, εκτός απροόπτου δεν αναμένεται κάποια σοβαρή ένταση επί του πεδίου, που να παραπέμπει στο 2020 ή σε κάτι ανάλογο.

Δύο επιπλέον παράμετροι, που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ένταση ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα, είναι η Λιβύη (άγνωστο πότε και αν θα γίνουν εκλογές) και η Κύπρος, αλλά και ενδεχόμενη επέκταση των χωρικών μας υδάτων, ακόμη και πέραν του Αιγαίου. Ως προς το τελευταίο, η Αθήνα πρέπει να καταστρώσει σχέδιο σταθερών βημάτων, να πείσει ορισμένους εκ των εταίρων της (των οποίων ο λόγος μετράει), ξεκαθαρίζοντας ότι η όποια επέκταση σε σημεία της ελληνικής επικράτειας δεν συνιστά προκλητική ενέργεια που νομιμοποιεί την Τουρκία να πυροδοτήσει την ένταση, αλλά εθνική ανάγκη κατοχύρωσης των θέσεων μας.

Ένας ακόμη παράγοντας της εξίσωσης είναι πως θα κινηθεί η αναιμική Ε.Ε., με τη Γαλλία να αναλαμβάνει την προεδρία της και τη Γερμανία να προσπαθεί να βρει τα πατήματά της. Ανεξάρτητα από αυτά, οι Ευρωπαίοι δεν πρόκειται να επενδύσουν στις σχέσεις με την Άγκυρα, ούτε να της ασκήσουν ιδιαίτερη πίεση μέχρι τη διεξαγωγή των επόμενων εκλογών στη γείτονα. Οπότε, δεν έχουμε κάτι συνταρακτικό να περιμένουμε, παρότι η νέα γερμανική κυβέρνηση θα προτάξει με μεγαλύτερη έμφαση ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατίας. Και εμείς με τη σειρά μας, δεν πρέπει να υπερτιμήσουμε το ευρωπαϊκό χαρτί, έως ότου ξεκαθαρίσει το πολιτικό τοπίο στην Τουρκία, ούτε, πάντως, να το απαξιώσουμε. Να το βάλουμε στη σωστή του διάσταση χρειάζεται.

Ξεκίνησαν όμως ήδη οι διεργασίες για τη μετα-Ερντογάν εποχή. Έχουμε εισέλθει σε αυτή; Και πώς προβλέπετε να προχωράει η Τουρκία;

Ο Ερντογάν έχει στριμωχτεί σοβαρά, διατηρεί, εντούτοις, την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ναι μεν το πρώτο πακέτο προστασίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στην υποτίμηση του εθνικού νομίσματος έχει ήδη εξανεμιστεί (ακόμη και η εξαγγελθείσα αύξηση κατά 50% του κατώτατου μισθού) και η εξασφάλιση των καταθέσεων με κρατικά λεφτά συνεπάγεται αύξηση του δημοσίου χρέους, όμως, υπάρχει απόθεμα για να ρίξει «ζεστό» χρήμα στην αγορά. Μπορεί δε, συνεχίζοντας το «ξεπούλημα» κυρίως σε Άραβες να φέρει και άλλα κεφάλαια στην Τουρκία, μόνο που αυτά δεν θα κατευθυνθούν στην πραγματική οικονομία. Παρόλα αυτά, για περίπου ένα εξάμηνο έχει το περιθώριο, χρησιμοποιώντας και τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί στα μίντια, να ξεγελάσει τους συμπατριώτες του για να κερδίσει την ψήφο τους. Και, αν χάσει, ο επόμενος πρόεδρος θα κληθεί να λάβει τις δύσκολες και αντιδημοφιλείς αποφάσεις για να επανακάμψει η οικονομία.

Μέχρι τις εκλογές, ο Ερντογάν θα προσπαθήσει, αφενός, να αποκλείσει κόμματα και πρόσωπα ώστε να έχει ελεύθερο το πεδίο και αφετέρου να αποτρέψει τη συσπείρωση της αντιπολίτευσης γύρω από ένα πρόσωπο. Η προσέγγιση με την Ακσενέρ ή τους Κούρδους, παρά τις δυσκολίες που συγκεντρώνουν, ίσως καταστούν αναγκαία συνθήκη για να ανακατέψει την τράπουλα ο Τούρκος πρόεδρος. Γιατί όσο και να αυταρχοποιήσει τις μεθόδους του και σκεφτεί τη νοθεία, τα «κουκιά» δεν βγαίνουν υπό τις παρούσες συνθήκες.

Πράγματι, λοιπόν, το πουλόβερ του ερντογανικού καθεστώτος έχει αρχίσει να ξηλώνεται, με την οικονομία να επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις. Το καταδεικνύουν οι δημοσκοπήσεις, που τον φέρουν να χάνει με μεγάλες διαφορές από τους ανθυποψηφίους του. Πάντως, μέχρι να καταλήξει η αντιπολίτευση σε ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, ο Τούρκος πρόεδρος έχει περιθώρια να ελίσσεται, ελπίζοντας πως έστω και για λίγο η οικονομία δεν θα τον υπονομεύσει περαιτέρω. Υπό τις υφιστάμενες συνθήκες, δεν μπορώ να δω πως ο Ερντογάν θα αποφύγει ή δεν θα επιδιώξει την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες εντός του 2022.

Ουσιαστικές πρωτοβουλίες διαλόγου για λύση τόσο στα ελληνοτουρκικά, όσο και στο Κυπριακό πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξουν τη νέα χρονιά κ. Φίλη;

Ως προς τα ελληνοτουρκικά, δεδομένου ότι το 2022 ενδεχομένως να είναι έτος εκλογών στη μία ή και στις δύο χώρες και λαμβάνοντας υπόψη το πως πολιτεύεται η Τουρκία (έχει εξαιρέσει Ελλάδα και Κύπρο από τις κινήσεις προσέγγισης με κράτη της περιοχής, στα οποία έχει συμπεριλάβει μέχρι και την Αρμενία), το καλύτερο σενάριο είναι της διατήρησης της ύφεσης, χωρίς πολλές εξάρσεις. Οι διερευνητικές, που συμπληρώνουν σε λίγες μέρες, ένα χρόνο από την επανέναρξή τους, γίνονται για το «θεαθήναι». Δεν τις υποτιμώ, τουναντίον στο παρελθόν είχαν πρακτικό αντίκρισμα, αλλά πλέον στερούνται περιεχομένου λόγω έλλειψης πολιτικής βούλησης.

Μπορεί, λοιπόν, σχετικά να διευκόλυναν τις επαφές στο υψηλότερο επίπεδο και να έδωσαν μία αίσθηση σχετικής κανονικότητας μετά τα γεγονότα με το Ορούτς Ρέις, εντούτοις, ένα χρόνο μετά φαίνεται σαν να έκαναν τα δύο μέρη την ανάγκη φιλοτιμία, χωρίς να έχει επιτευχθεί καμία ουσιαστική πρόοδος, ούτε βέβαια να έχουν τεθεί οι βάσεις για διάλογο. Μάλιστα, χωρίς να περιμέναμε ότι οι διερευνητικές θα αποτελούσαν ανασταλτικό παράγοντα, καταγράφουμε ότι μέσα στο 2021, η Άγκυρα έστειλε τρεις επιστολές στον ΟΗΕ, εγείροντας ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης νησιών του Αιγαίου. Νομικά, οι τουρκικές αιτιάσεις είναι εντελώς αθεμελίωτες.

Στην περίπτωση Λέσβου, Χίου, Σάμου και Ικαρίας δεν ισχύει καν η πλήρης αποστρατιωτικοποίηση. Στα Δωδεκάνησα, που προβλέπεται από τη Συνθήκη των Παρισίων, η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Ούτε βέβαια προκύπτει από οποιαδήποτε πρόνοια των Συνθηκών ότι η μη στρατιωτικοποίησή τους αποτελεί προϋπόθεση για την κυριαρχία τους, πέραν του ότι το δικαίωμα στην αυτοάμυνα είναι υπέρτερο οποιαδήποτε συνθήκης/σύμβασης. Η Άγκυρα μας παρουσιάζει, λοιπόν, ότι παραβιάζουμε συνθήκες και έτσι προσπαθεί να δικαιολογήσει γιατί επιθυμεί την τροποποίησή τους. Και βέβαια έτσι θέλει να μετριάσει τις επιθέσεις που δέχεται ως αναθεωρητική και παραβατική δύναμη στην περιοχή. Απευθύνεται, όμως, και στον ξένο παράγοντα. Επίσης, αμφισβητεί το στάτους κάποιων ελληνικών νησιών, με το εξωφρενικό επιχείρημα ότι αυτό παραμένει σε αμφισβήτηση, αφού παραβιάζονται οι συνθήκες, άρα να το προσθέσουμε και αυτό στην ατζέντα των συζητήσεων.

Και στο Κυπριακό, οι εκλογές θα παίξουν ρόλο. Είτε γίνουν πρόωρα στην Τουρκία είτε γίνουν κανονικά στην ελληνοκυπριακή πλευρά τον Φεβρουάριο του 2023, δύσκολα θα δούμε ανάληψη πρωτοβουλιών με στόχο τη λύση. Αντιθέτως, είναι πιθανό Τουρκοκύπριοι και Άγκυρα να επιχειρήσουν να παγιώσουν καταστάσεις που θα ενισχύσουν το επιχείρημά τους για διχοτόμηση. Το μεγάλο διακύβευμα για αυτούς το 2022 ασφαλώς θα είναι η εξασφάλιση κάποιου τύπου αναγνώρισης του ψευδοκράτους. Όχι πλήρους, γιατί αυτή δεν επιτρέπεται από τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, αλλά μερικής για να φανεί ότι γίνεται το πρώτο βήμα. Δεν είναι πάντως πολλές οι χώρες και δη σοβαρού διπλωματικού εκτοπίσματος, που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Από εκεί και πέρα, η Άγκυρα θα θελήσει να εδραιώσει τα τετελεσμένα στα Βαρώσια, με επιπλέον άνοιγμά τους αλλά και πιέζοντας περισσότερους Ελληνοκύπριους να απευθυνθούν στην επιτροπή περιουσιών (κάτι που συμβαίνει για άλλες περιοχές των Τουρκοκυπρίων εδώ και χρόνια).

Στην κυπριακή ΑΟΖ, τρεις είναι οι επιλογές της Τουρκίας, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίσει κανονικά με το ενεργειακό της πρόγραμμα. Να τις καταγγέλλει ρηματικώς και με δημόσιες ανακοινώσεις. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό, οπότε θα προχωρήσει για αντίποινα σε σεισμικές έρευνες και στην αποστολή πολεμικών πλοίων/διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων. Στο τρίτο σενάριο, θα δούμε και πλωτό γεωτρύπανο, αν και οι μέχρι τώρα έρευνες που έγιναν εντός της κυπριακής ΑΟΖ δεν απέδωσαν καρπούς, ενώ και το κόστος μεταφοράς πλέον συνυπολογίζεται. Μάλιστα και τα τρία πλωτά γεωτρύπανα που διαθέτει η Άγκυρα βρίσκονται στη Μαύρη Θάλασσα, όπου υπάρχει η προσδοκία για την ύπαρξη σοβαρών κοιτασμάτων. Με τον Τούρκο πρόεδρο να διατείνεται ότι με ορίζοντα το 2023 θέλει μία Τουρκία που θα είναι αυτάρκης (και ενεργειακά), έστω και αν δεν ισχύει σε μεγάλο βαθμό, θα προτιμούσε καλά νέα από τη Μαύρη Θάλασσα παρά αμφίβολου αποτελέσματος γεωτρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν βέβαια, λάβουν χώρα έρευνες σε περιοχές που η Τουρκία διατείνεται ότι εφάπτονται της υφαλοκρηπίδας της (π.χ. τεμάχια 5 ή 6), τότε θα αντιδράσει πιο δυναμικά.

Θέλω να επαναφέρω μια ερώτηση κ. Φίλη: Αρκούν από μόνοι τους στη χώρα οι εξοπλισμοί; Ή απαιτείται και μια στρατηγική διαλόγου και πολιτικών πρωτοβουλιών για επίλυση των προβλημάτων;

Επιτρέψτε μου, κύριε Σκουρή, να σας παραθέσω ένα παραφρασμένο απόσπασμα από το τελευταίο μου βιβλίο “Διεκδικητικός Πατριωτισμός. Ανατομία μίας συζήτησης που δεν έγινε ποτέ.”: Οι εξοπλισμοί, πέραν του προφανούς οφέλους, ενισχύουν την εθνική περηφάνεια. Έτσι διευκολύνεται η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση κομμάτων και πολιτικών στις κεντρικές επιλογές αλλά διευρύνονται και τα περιθώρια για διάλογο, διότι η κυβέρνηση νιώθει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, δεν πάει στη διαπραγμάτευση απογυμνωμένη και η κοινωνία μπορεί να στηρίξει ευκολότερα, υπό αυτές τις προϋποθέσεις.

Στον ορθολογικό και διεκδικητικό πατριωτισμό,ο στόχος είναι, μέσα από την ενεργητική διπλωματία και την ενίσχυση των εργαλείων σε επίπεδο συμμαχιών, συνεργειών και άμυνας/εξοπλισμών, συνδυαστικά με συνεπή επικοινωνία με την τουρκική πλευρά, να καλλιεργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να οδηγηθούμε στη λύση, με τους καλύτερους δυνατούς όρους για εμάς. Εξισορρόπηση, δηλαδή, του τουρκικού αναθεωρητισμού, όχι με τη διαιώνιση του προβλήματος, που δίνει στην Άγκυρα τη δυνατότητα να διανθίζει την ατζέντα με ακραίες διεκδικήσεις χωρίς να υφίσταται συνέπειες, αλλά με αύξηση της πίεσης για να επιλύσουμε οριστικά τα προβλήματά μας. Έτσι, η Ελλάδα θα αυξάνει συνεχώς το αποτύπωμά της και θα ενδυναμώνεται διαπραγματευτικά. Η φθορά μιας επιθετικής δύναμης, όπως είναι η Τουρκία, δεν προέρχεται από τη συνεχή άμυνα ή την άλογη επίθεση, ούτε βέβαια από την τακτική ή άτακτη υποχώρηση. Προκύπτει από τη συνέπεια, τις σχέσεις εμπιστοσύνης με εταίρους, την αποτρεπτική ισχύ και φυσικά το σαφές μήνυμα ότι η ορθή και μόνο διευθέτηση των διαφορών μας συνεπάγεται σοβαρά οφέλη, ενώ η συντήρησή τους πολλαπλασιάζει το τίμημα για αυτή.

Ο Κωνσταντίνος Φίλης στο iEidiseis για το πού οδηγούνται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις το 2022

Share:

Facebook
Twitter
LinkedIn
Email

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ένοπλες δυνάμεις: Έρχεται ειδικό μισθολόγιο από το 2024 – Όλα όσα είπε ο Μητσοτάκης

Έρχεται ειδικό μισθολόγιο για τις Ένοπλες Δυνάμεις. Όπως γνωστοποίησε σήμερα ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή «Θα υπάρξει ειδικό μισθολόγιο αναπροσαρμοσμένο για τις Ένοπλες Δυνάμεις από 1/1/2024». « Τα επόμενα χρόνια θα είναι χρόνια καλύτερων μισθών για το δημόσιο » σημείωσε

Κυριάκος Μητσοτάκης: Τι θα πει σήμερα στη Βουλή για το επίδομα και το μισθολόγιο στις Ένοπλες Δυνάμεις

Για την καταβολή του επιδόματος ειδικών αποστολών σε στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού αλλά και σε άλλα σώματα των Ενόπλων Δυνάμεων που δεν έχουν δει αυξήσεις το τελευταίο χρονικό διάστημα αναμένεται να μιλήσει σήμερα ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή στο πλαίσιο

Όταν δυο Αρχηγοί ΓΕΕΘΑ συναντήθηκαν κι είχαν πολλά να πουν

Όπως μου επεσήμανε απόστρατος Στρατηγός Τεθωρακισμένων που συνευρεθήκαμε στις 25 Ιανουαρίου στη Σχολή Ευελπίδων, στην τελετή παράδοσης-παραλαβής του Αρχηγού ΓΕΣ, το κερασάκι στην τούρτα της πολύ συγκινητικής τελετής ήταν μια συνάντηση δυο άλλων Αρχηγών και μάλιστα δύο Αρχηγών ΓΕΕΘΑ. Ενός

Στη Βουλή ο Μητσοτάκης για το νομοσχέδιο ΥΠΕΘΑ

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να μιλήσει στις 12 το μεσημέρι στη Βουλή, στη συζήτηση για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας «Μέριμνα υπέρ του προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων, εξορθολογισμός της νομοθεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, οργάνωση της Εθνοφυλακής και άλλες