Του Κώστα Παππά
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά όσο λίγες στην εικόνα της αποτελεσματικότητας. Το «επιτελικό κράτος» παρουσιάστηκε ως το μεγάλο πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη, με την υπόσχεση ότι η δημόσια διοίκηση θα λειτουργεί με όρους σύγχρονης διαχείρισης, συγκεκριμένων στόχων και μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Οι συνεχείς ανακοινώσεις έργων, οι πανηγυρικές παρουσιάσεις μεταρρυθμίσεων και οι εβδομαδιαίοι απολογισμοί του πρωθυπουργού επιχειρούν να ενισχύσουν αυτή την εικόνα.
Ωστόσο, η πραγματικότητα του Ταμείου Ανάκαμψης αποκαλύπτει μια διαφορετική ιστορία. Το μεγαλύτερο αναπτυξιακό εργαλείο που διέθεσε ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση στα κράτη-μέλη της, με αυστηρά χρονοδιαγράμματα και συγκεκριμένες δεσμεύσεις, εξελίσσεται σε καθρέφτη των αδυναμιών της κυβερνητικής διαχείρισης.Η λήξη του προγράμματος συνοδεύεται από απεντάξεις έργων, τροποποιήσεις σχεδίων και μεταφορά σημαντικών παρεμβάσεων στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, γεγονός που σημαίνει ότι έργα που επρόκειτο να χρηματοδοτηθούν από ευρωπαϊκούς πόρους θα καλυφθούν πλέον από τον κρατικό προϋπολογισμό ή θα παραμείνουν οριστικά στα χαρτιά. Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για έργα συνολικού ύψους που ξεπερνά τα δύο δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποσοτικό. Είναι κυρίως ποιοτικό. Αντί το Ταμείο Ανάκαμψης να αποτελέσει μοχλό παραγωγικού μετασχηματισμού, ενίσχυσης της έρευνας, των υποδομών, της πολιτικής προστασίας και της κοινωνικής συνοχής, σε πολλές περιπτώσεις κυριάρχησε η λογική της γρήγορης απορρόφησης κονδυλίων, χωρίς σαφή αναπτυξιακή στόχευση. Παράλληλα, δεν έλειψαν οι καταγγελίες για υπερσυγκέντρωση έργων σε συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κύκλους και για υπερβολική εξάρτηση του Δημοσίου από ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες.Η εικόνα αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το κυβερνητικό αφήγημα περί άριστης διαχείρισης. Διότι η πραγματική αποτελεσματικότητα δεν μετριέται από τον αριθμό των εξαγγελιών ούτε από τις επικοινωνιακές παρουσιάσεις υπουργών. Μετριέται από το αν τα έργα ολοκληρώνονται εγκαίρως, αν οι διαθέσιμοι πόροι αξιοποιούνται στο σύνολό τους και αν αφήνουν πίσω τους μόνιμο αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Το Ταμείο Ανάκαμψης αποτέλεσε ίσως τη μεγαλύτερη οικονομική ευκαιρία της τελευταίας δεκαετίας για την Ελλάδα. Αντί, όμως, να μετατραπεί σε εφαλτήριο για μια νέα αναπτυξιακή πορεία, κινδυνεύει να καταγραφεί ως ακόμη μία περίπτωση όπου οι υψηλές προσδοκίες συγκρούστηκαν με τις αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού και της κυβερνητικής διαχείρισης. Και αυτό είναι ένα πολιτικό συμπέρασμα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από οποιαδήποτε επικοινωνιακή καμπάνια.


